Το μικρό αγόρι, που καθόλου δεν έμοιαζε με τα άλλα παιδιά και καθόλου δεν του άρεσαν τα φρούτα.
τρώνε όλα τα καλά παιδιά,
για να γίνουνε ψηλά,
όμορφα και δυνατά»,
τραγουδούσε η μαμά Κουκούτσι, καθώς ετοίμαζε το φρουτοφαγητό του Σπόρου.
Και ο Φλούδης, ο μπαμπάς, τη γενειάδα χάιδευε και γελούσε δυνατά:

Μυαλό Κουκούτσι δεν υπάρχει
ο μικρός θα κάνει πάρτι
με φωνές και κλάματα
…δεν τα τρώει αυτά τα πράματα.
Κάθε μέρα το παλεύεις,
φρούτα να του δίνεις θέλεις.
Μα ο Σπόρος αντιδρά
Και φωνάζει δυνατά:
“ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΩ ΒΡΕ ΜΑΜΑ
ΔΕΝ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ, ΔΕΝ ΠΕΙΝΑΩ,
ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗ ΦΑΩ”.
Tι τα φτιάχνεις το λοιπόν;
Αφού ξέρεις,
δεν θα βρεις
τρόπο να
επιβληθείς».
Η μαμά Κουκούτσι όμως έβλεπε τον Σπόρο να μην μεγαλώνει κι στεναχωριόταν πολύ. Μια μέρα, αφού πια είχε τελείως απογοητευθεί, αποφάσισε να βγει στο δάσος και να ψάξει τη σοφή κουκουβάγια, να τη ρωτήσει τι να κάνει για να πείσει τον Σπόρο να φάει επιτέλους φρουτάκια και να μεγαλώσει.
Έτσι, όταν ο κύριος Φλούδης πήγε στην πόλη για δουλειά, η κυρία Κουκούτσι φόρεσε τα μαγικά κόκκινα παπούτσια που της είχε χαρίσει η νεράιδα του δάσους και τα πρόσταξε να την οδηγήσουν στο σπίτι της κουκουβάγιας, που κανένας δεν ήξερε που ακριβώς ήταν.

«Ωωω, καλώς την κυρία Κουκούτσι! Τι κάνετε; Πως είστε;», είπε με τη βαριά της φωνή.
«Του δάσους πάνσοφη κυρά,
τη βοήθειά σου θέλω,
να μου δώσεις συμβουλή,
για τον Σπόρο, το παιδί.
Να του δώσω προσπαθώ,
φρούτα για να μεγαλώσει,
μα καθόλου δεν τα θέλει
ούτε και αν βάλω μέλι».
Η σοφή κουκουβάγια όταν άκουε τα λόγια αυτά, τίναξε έκπληκτη τις φτερούγες τις:
«Μα τι λες κυρία Κουκούτσι;
Μα πως είναι δυνατόν;
Χωρίς φρούτα δεν μπορεί.
Μικρός θα μείνει μια ζωή.
Μα, …για στάσου μια στιγμή…
Σου έχω λύση μαγική…».

«Πάρε αυτά», της είπε και άπλωσε τη φτερούγα της.
«Τι είναι αυτά;», ρώτησε όλο απορία η κυρία Κουκούτσι.
«Είναι ότι πιο μαγικό υπάρχει σε όλους τους κόσμους», αποκρίθηκε η σοφή κουκουβάγια.
«Και τι να τα κάνω αυτά τα μικρά στρογγυλά πραγματάκια;», ξαναρώτησε η κυρία Κουκούτσι.
«Μα, αυτά είναι σπόροι και κουκούτσια», είπε η σοφή κουκουβάγια.
Και της εξήγησε:
«Με τον Σπόρο αγκαλιά
τα σποράκια θα φυτέψεις
θα σκαλίσεις, θα ποτίσεις
και θα δεις τα μαγικά.
Τα κουκούτσια και οι σπόροι
θα φυτρώσουν και θα ανθίσουν.
και καρπούς όταν θα αρχίσουν
θα τους κόψεις ώριμους
να τους δώσεις στο παιδί
και θα δεις την αλλαγή».
«Είσαι πράγματι πολύ σοφή», είπε τότε η κυρία Κουκούτσι, που κατάλαβε ότι μόνο όταν ο Σπόρος δει τους σπόρους να μεγαλώνουν, να γίνονται δέντρα ψηλά και με τη δική του φροντίδα και αγάπη να δίνουν όμορφους και θρεπτικούς καρπούς θα καταλάβει ότι κι αυτός για να μεγαλώσει, χρειάζεται αγάπη, φροντίδα, αλλά και φρούτα.
Ευχαρίστησε τη σοφή κουκουβάγια και αμέσως διέταξε τα μαγικά κόκκινα παπούτσια που της είχε χαρίσει η καλή νεράιδα του δάσους να την φέρουν πίσω στο σπίτι.
Έτσι και έγινε. Πριν ξημερώσει ήταν εκεί. Και δεν έβλεπε την ώρα να ξυπνήσει ο Σπόρος για να φυτέψουν μαζί τους σπόρους.

Φυτέψαν μια μηλιά. Έβαλαν και κερασιά. Την αχλαδιά λίγο πιο πέρα. Δέντρα γέμισε η αυλή. Χρώματα είχαν πολλά. Και τα φρούτα αμέτρητα.


Για τα παιδιά όλης της γης. Και για εκείνα που δεν τους αρέσουν τα φρούτα και για όσα δεν μπορούν να τα έχουν.



ΤΕΛΟΣ



