Γύρω από το μανουάλι, τα κεριά στέκονται σαν λεπτοί στύλοι ελπίδας. Το καθένα καίει με τον δικό του ρυθμό: άλλες φλόγες όρθιες, άλλες γερμένες από ένα αόρατο ρεύμα.
Κι όμως, όλες μαζί σχηματίζουν μια μικρή λειτουργία, μια σιωπηλή «λιτανεία» φωτός. Η άμμος στη βάση τους κρατά τα ίχνη του λιωμένου κεριού, σαν να φυλάσσει την ιστορία των προσφορών: προσευχές που ειπώθηκαν βιαστικά, δάκρυα που δεν βρήκαν λέξεις, ευχές που έμειναν μυστικές.
Στο κέντρο, το μεταλλικό σκεύος θυμίζει ότι η λατρεία δεν είναι μόνο φωτισμός, αλλά δοχείο. Ο άνθρωπος είναι επίσης δοχείο: άλλοτε γεμάτος, άλλοτε κενός, πάντοτε όμως πλασμένος για να δεχθεί. Και πίσω, μια εικόνα θολή, σχεδόν κρυμμένη, σαν να μας διδάσκει ότι ο Θεός δεν είναι αντικείμενο οπτικής κατοχής. Τον πλησιάζουμε όχι με την περιέργεια του θεατή, αλλά με την ταπείνωση του προσκυνητή.
Το κερί καίγεται και μικραίνει: είναι η πιο απλή θεολογία της θυσίας. Δίνω κάτι από εμένα, ώστε να μείνει φως. Δεν πρόκειται για ανταλλαγή, αλλά για άνοιγμα. Και ίσως εκεί να κρύβεται το μυστήριο: ότι ο Θεός δέχεται το ελάχιστο, το μεταμορφώνει σε σημείο παρουσίας, και επιστρέφει στον άνθρωπο όχι απλώς παρηγοριά, αλλά κάλεσμα να γίνει κι ο ίδιος «λύχνος» για τον άλλον.



