Όταν σιωπά η διανόηση και λείπει η Εκκλησία – Και πού φυλακίστηκε ο κοινός νους;
Ζούμε μέσα σε έναν ορυμαγδό αντικρουόμενων ερεθισμάτων, σε μια καταιγίδα από εικόνες, “ειδήσεις”, κρίσεις, ηθικές αγανακτήσεις και τηλεοπτικές βεβαιότητες. Ο άνθρωπος, κουρασμένος, γίνεται δέκτης. Και όταν ο πολίτης παύει να είναι πρόσωπο και μετατρέπεται σε δέκτη, τότε η κοινωνία παύει να είναι κοινότητα και αρχίζει να μοιάζει με μάζα.
Ο αποπροσανατολισμός δεν είναι απλώς μια ψυχολογική κατάσταση: είναι πολιτικό και πνευματικό γεγονός. Μέσα στην υπερφόρτωση αντιφατικών μηνυμάτων, η αδυναμία διάκρισης οδηγεί στη στασιμότητα. Και η στασιμότητα γεννά τον κυνισμό, ύστερα την αποχή, και τέλος την ιδιώτευση. Δεν εννοούμε φυσικά στασιμότητα ως έλλειψη θορύβου. Θόρυβος υπάρχει άφθονος. Εννοούμε τη στασιμότητα ως έλλειψη πράξης, ως απουσία υπέρβασης, ως το “όσα δεν έγιναν”. Το πιο επικίνδυνο δεν είναι εκείνο που συνέβη, αλλά εκείνο που θα έπρεπε να συμβεί και δεν συνέβη: η ώριμη, νηφάλια, υπεύθυνη παρέμβαση των ανθρώπων και των θεσμών που οφείλουν να φωτίζουν τη δημόσια ζωή.
Σε αυτό το πεδίο, τα μίντια δεν είναι απλοί καθρέφτες. Διαμορφώνουν θερμοκρασίες. Καθορίζουν ρυθμούς. Αποφασίζουν τι θα γίνει “μέγα θέμα” και πώς θα βιωθεί. Όταν η κραυγή γίνεται επιχείρημα και η ένταση γίνεται τεκμήριο δικαίου (όσο πιο δυνατά φωνάζω, τόσο περισσότερο έχω δίκιο) τότε η κοινωνία δεν σκέφτεται, αντιδρά. Και ο άνθρωπος που αντιδρά ομοιόμορφα στα ίδια ερεθίσματα, παύει να ασκεί κρίση, παύει να είναι πρόσωπο με συνείδηση. Μετατρέπεται σε μονάδα ενός κοπαδιού εντυπώσεων.
Εδώ ακριβώς φυτεύεται ο σπόρος του νεοφασισμού. Όχι αναγκαστικά με στολές και εμβατήρια, αλλά με τη συστηματική απλοποίηση του κόσμου: “εμείς” και “οι άλλοι”, “οι καθαροί” και “οι μολυσμένοι”, “οι πατριώτες” και “οι προδότες”, “οι καλοί” και “οι κακοί”. Ο αυταρχισμός δεν χρειάζεται πάντοτε βία για να προχωρήσει. Του αρκεί η διάλυση της διάκρισης, η εξάντληση της σκέψης, η αντικατάσταση της αλήθειας από στρατόπεδα. Και όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να ζουν σε στρατόπεδα, ζητούν κάποιον “πατέρα” να τους προστατεύσει: έναν πολιτικό ή μιντιακό πατερναλισμό που μοιάζει οικείος, ακόμη κι αν είναι ασφυκτικός. Έτσι αναπαράγεται το πατριαρχικό πρότυπο της εξουσίας, ντυμένο κάθε φορά με “προοδευτικές” ή “παραδοσιακές” αποχρώσεις, αλλά πάντα με την ίδια αξίωση: υποταγή και ανάθεση.
Και τότε ρωτώ: πού είναι η διανόηση; Πού είναι οι άνθρωποι που έχουν ασκηθεί στη δύσκολη τέχνη του “κρίνειν”; Εκείνοι που, με μόχθο ζωής, θα μπορούσαν να μιλήσουν καθαρά και να δείξουν δρόμους; Υπάρχουν και είναι πολλοί. Όμως οι κρίσεις τους σπανίζουν. Γνωρίζουν, αλλά δεν μαρτυρούν. Βλέπουν, αλλά δεν παρεμβαίνουν. Σιωπούν. Όχι πάντοτε από δειλία. Συχνά από συμβιβασμό, από κούραση, από εξάρτηση. Άλλοτε από μια αριστοκρατική αυταρέσκεια: σαν η πνευματική υπεροχή, αν υπάρχει, να είναι προνόμιο και όχι ευθύνη.
Κι όμως, η ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου είναι σταυρός. Δεν είναι παράσημο. Είναι φορτίο στην πλάτη. Η αλήθεια δεν είναι καλλωπισμός. Είναι μαρτυρία, και η μαρτυρία έχει κόστος. Γι’ αυτό και η σιωπή δεν είναι απλώς προσωπική επιλογή. Είναι κοινωνικό γεγονός. Όταν οι “εργάτες του πνεύματος” μετατρέπονται σε υπαλλήλους της κυρίαρχης ιδεολογίας, όταν ο λόγος τους μετριέται με χορηγίες, προβολές, σχέσεις με το κατεστημένο, τότε η κοινωνία μένει χωρίς πυξίδα. Ποιος θα κρίνει τον άρχοντα, όταν ο κρινόμενος γίνεται χορηγός; Πώς θα μιλήσει ο καλλιτέχνης, όταν η σκηνή του εξαρτάται από τις αποφάσεις του ίδιου συστήματος; Πώς θα αντισταθεί ο δημοσιογράφος, όταν το μέσο του ανήκει σε συμφέροντα που απαιτούν γραμμή; Και πώς θα υπερβεί ο επιστήμονας την ειδίκευσή του, όταν η δημόσια παρέμβαση απαιτεί ρίσκο, συγκρούσεις και έκθεση;
Αλλά η κρίση δεν αφορά μόνο τους “διανοούμενους”. Αφορά και την Εκκλησία. Ή, ακριβέστερα, το πώς η Εκκλησία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της μέσα στην κοινωνία. Διότι σε εποχές μαζοποίησης, η Εκκλησία δεν δικαιούται να είναι διακοσμητικό της παράδοσης ούτε θεσμικό συμπλήρωμα της εξουσίας. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα προδώσει τη φύση της. Η Εκκλησία δεν είναι μηχανισμός πειθαρχίας, ούτε εργοστάσιο ηθικολογίας, ούτε “συνεργείο” εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης. Είναι (ή οφείλει να είναι) κοινότητα διάκρισης και ελέους, εργαστήριο ελευθερίας, τόπος όπου ο άνθρωπος ξαναγίνεται πρόσωπο.
Το Ευαγγέλιο δεν μιλά στη γλώσσα της μάζας. Μιλά στη γλώσσα του προσώπου. Ο Χριστός δεν συντηρεί πλήθη ως όχλο. Τα διασώζει ως πρόσωπα. Όταν βλέπει τον τυφλό, τον λεπρό, τον παραλυτικό, δεν τον ρωτά σε ποιο στρατόπεδο ανήκει. Τον ρωτά “τί σοι θέλεις ποιήσω;”.
Αυτό το ερώτημα είναι αντι-μαζοποιητικό: σπάει την απρόσωπη κατηγορία και αποκαθιστά τη μοναδικότητα. Κι όταν οι μαθητές ζητούν προνομιακές θέσεις, Εκείνος ανατρέπει την ιεραρχία της εξουσίας: “ὃς ἂν θέλῃ μέγας γενέσθαι… ἔσται ὑμῶν διάκονος”. Αυτό είναι το αντίθετο του πατερναλισμού: η εξουσία ως διακονία, όχι ως κυριαρχία.
Σε μια κοινωνία όπου τα μίντια διδάσκουν την κραυγή, η Εκκλησία οφείλει να διδάξει τον λόγο: καθαρό, νηφάλιο, ελεγκτικό της συνείδησης. Όχι κομματικό λόγο. Όχι “ευσεβιστικό” λόγο που κρύβεται πίσω από τελετουργίες για να αποφεύγει το δύσκολο. Αλλά λόγο που φωτίζει την αλήθεια χωρίς να εξευτελίζει τον άνθρωπο. Διότι ο λόγος του Χριστού δεν είναι ρόπαλο, είναι “μάχαιρα” που κόβει το ψεύδος από μέσα μας, όχι τα κεφάλια των άλλων.
Και, κυρίως, η Εκκλησία οφείλει να θυμηθεί ότι η σιωπή απέναντι στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα. Η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη είναι σκληρή, γιατί αποκαλύπτει κάτι που μας αφορά: ο ιερέας και ο λευίτης “ἀντιπαρῆλθον”. Δεν έκαναν κακό, αλλά δεν έκαναν και καλό. Πέρασαν απέναντι. Η κοινωνία μας, μπροστά στον πόνο, συχνά “περνά απέναντι”: αποστρέφει το βλέμμα, χάνεται σε τηλεοπτικές ηθικολογίες, αναζητά εύκολους ενόχους. Η Εκκλησία δεν μπορεί να περνά απέναντι. Οφείλει να σκύψει, να θεραπεύσει, να προστατεύσει τον αδύναμο, να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη όχι ως σύνθημα αλλά ως πράξη.
Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μια Εκκλησία με παρρησία: να μιλήσει για την αλήθεια της δημοκρατίας, όχι ως ιδεολογία, αλλά ως σεβασμό του προσώπου. Να μιλήσει για την ευθύνη του πολίτη, να καλλιεργήσει την παιδεία της διάκρισης, να σταθεί δίπλα στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, να μην αφήνει τα παιδιά έρμαια της τηλεοπτικής “ευαισθησίας” που ανάβει και σβήνει κατά παραγγελία. Να μην επιτρέπει τη μετατροπή της πίστης σε πολιτισμικό όπλο εναντίον του “άλλου”. Γιατί το Ευαγγέλιο είναι ασυμβίβαστο με τον ρατσισμό, τον μισανθρωπισμό και την περιφρόνηση. “Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί”, όχι οι εμπρηστές της κοινωνικής έντασης.
Η Εκκλησία, βέβαια, δεν είναι μόνο οι ιερείς. Είναι το πλήρωμα. Είναι οι άνθρωποι που μπορούν να γίνουν νησίδες λογικής και αγάπης μέσα στην κοινωνική σύγχυση. Κι εδώ συναντιέται το αίτημα προς τη διανόηση με το αίτημα προς την Εκκλησία: να πάψουν να λειτουργούν ως κλειστές κάστες. Να βγουν από την αυτάρκεια και να επιστρέψουν στην κοινότητα. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο άνθρωπος που “ξέρει”. Είναι εκείνος που σηκώνει το βάρος του να μιλήσει όταν όλοι φωνάζουν, να σιωπήσει όταν όλοι θορυβούν, να αντισταθεί όταν όλοι συμβιβάζονται.
Αν, λοιπόν, η κοινωνία μας μαζοποιείται, δεν φταίνε μόνο οι “άλλοι”. Φταίει ο τρόπος που εμείς ανεχόμαστε την ευκολία: την ανάθεση, την κραυγή, την τεμπελιά της σκέψης, την παραίτηση από την ευθύνη. Η μάζα δεν γεννιέται από το πουθενά. Κατασκευάζεται, τρέφεται, εκπαιδεύεται. Και ο νεοφασισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως πολιτικό μόρφωμα, αλλά εισχωρεί ως νοοτροπία: ως λατρεία της βεβαιότητας, ως περιφρόνηση της πολυπλοκότητας, ως ανάγκη για “ισχυρό χέρι”.
Η απάντηση δεν είναι άλλη μία κραυγή. Η απάντηση είναι η επιστροφή στη διάκριση, στο πρόσωπο, στην ευθύνη. Χρειαζόμαστε πνευματικούς ανθρώπους που θα θυμηθούν ότι η υπεροχή, αν υπάρχει, είναι φορτίο και όχι τρόπαιο. Χρειαζόμαστε μίντια που θα πάψουν να εμπορεύονται την ταραχή. Χρειαζόμαστε πολίτες που θα ξαναβρούν τη χαμένη τους συμμετοχή. Και χρειαζόμαστε μια Εκκλησία που δεν θα είναι “συμπλήρωμα” της εξουσίας, αλλά μνήμη του Ευαγγελίου μέσα στην ιστορία: φως που δεν θριαμβολογεί, αλάτι που δεν κολακεύει, μαρτυρία που δεν φοβάται.
Γιατί, στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι μόνο “πού είναι οι διανοούμενοι;” ή “τι κάνουν τα μίντια;”. Το ερώτημα είναι αν θα επιτρέψουμε να φυλακιστεί για πάντα ο κοινός νους και να διαλυθεί το πρόσωπο μέσα στη μάζα.
Και απέναντι σε αυτό, το Ευαγγέλιο, αν το πάρουμε στα σοβαρά, δεν μας αφήνει περιθώριο: “Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου”. Όχι για να φωτίζουμε τον εαυτό μας, αλλά για να μην σκοτεινιάσει η πόλη.



