Δεν είναι μνημείο ο ναός. Δρόμος είναι. Διάδρομος σιωπής σε μια πορεία προς το φως.
Η μακρόστενη διάταξη, οι ξύλινες στάσεις και η πέτρινη λωρίδα του δαπέδου σχηματίζουν ένα είδος «λιτανείας χωρίς πλήθος»: ένα πέρασμα που σε καλεί να περπατήσεις εσωτερικά, πριν ακόμη προχωρήσεις σωματικά.
Η πέτρα κάτω από τα πόδια θυμίζει ότι η πίστη δεν είναι ιδέα που αιωρείται, αλλά βάδισμα πάνω σε ρωγμές, φθορά, ιστορία πάνω σε πραγματικότητα που δεν γυαλίζει. Κι όμως, αυτό ακριβώς το τραχύ έδαφος γίνεται τόπος συνάντησης.
Οι στάσεις, σειρά επί σειρά, μοιάζουν με σχολείο σιωπής. Εκεί ο άνθρωπος δεν «καταναλώνει» την προσευχή, αλλά μαθητεύει στη σταθερότητα: να στέκεται ενώπιον του Θεού, όχι για να αποδείξει κάτι, αλλά για να παραδοθεί. Στο βάθος, οι εικόνες και το τέμπλο δεν είναι διακοσμήσεις, αλλά παράθυρα: υπενθυμίζουν ότι ο Χριστός δεν είναι μακρινό σύμβολο, αλλά Πρόσωπο που κοιτά και καλεί. Η εικόνα δεν ακυρώνει το μυστήριο με την ορατότητα. Το υπαινίσσεται, όπως το φως που γλιστρά στον χώρο χωρίς θόρυβο.
Η θεολογία αρνείται τις κραυγές. Ψιθυρίζει μόνο ότι η Εκκλησία είναι πορεία από την διάσπαση προς την ενότητα, από το «εγώ» προς το «εμείς», από την ατομική αγωνία προς την ευχαριστία. Και ίσως το πιο παράδοξο: όσο πιο άδειος φαίνεται ο ναός, τόσο πιο έντονα ακούγεται μέσα του η υπόσχεση της παρουσίας. Ότι Εκείνος «εν τω κρυπτώ» εργάζεται, και η σιωπή γίνεται αρχή της κοινωνίας.



