Το φως των κεριών, σιωπηλό και ταπεινό, μοιάζει να ανασαίνει μέσα στο ημίφως, όπως η ψυχή του ανθρώπου μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα.
Κάθε φλόγα, λεπτή και εύθραυστη, θυμίζει την ανθρώπινη ύπαρξη: πρόσκαιρη, αλλά ικανή να γίνει φορέας φωτός, να μεταδώσει ελπίδα ακόμη και μέσα στο σκοτάδι.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι μια πορεία εσωτερικής κάθαρσης. Όπως το κερί λιώνει για να φωτίσει, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να «λιώσει» από την εγωκεντρική του σκληρότητα, να προσφέρει τον εαυτό του ως θυσία αγάπης. Το κερί δεν διαμαρτύρεται που χάνεται. Εκπληρώνει τον σκοπό του φωτίζοντας. Σ’ αυτό το παράδοξο κρύβεται το μυστήριο του Σταυρού: η απώλεια γίνεται δόξα, ο θάνατος μεταμορφώνεται σε ζωή.
Το πλήθος των κεριών, συγκεντρωμένο, παραπέμπει στην κοινότητα των πιστών. Καμία φλόγα δεν είναι αυτάρκης και όλες μαζί δημιουργούν ένα σώμα φωτός. Έτσι και η Εκκλησία, μέσα από την κοινή προσευχή και την ταπείνωση, γίνεται χώρος συνάντησης Θεού και ανθρώπου. Το φως προσφέρεται και όποιος το δεχθεί, μεταμορφώνεται.
Καθώς η Μεγάλη Εβδομάδα κορυφώνεται στο Πάθος, το φως φαίνεται να υποχωρεί. Όμως, όπως τα κεριά συνεχίζουν να καίνε μέσα στη νύχτα, έτσι και η θεία παρουσία παραμένει, αόρατη αλλά ενεργή. Η Ανάσταση σίγουρα αναιρεί το σκοτάδι, πρωτίστως, όμως, είναι η αποκάλυψη ότι το φως στην πραγματικότητα ήταν πάντοτε εκεί.
Ίσως, λοιπόν, το αληθινό νόημα αυτής της εικόνας βρίσκεται στη σιωπηλή τους μαρτυρία: ότι η αγάπη, όταν προσφέρεται ολοκληρωτικά, γίνεται φως που δεν σβήνει.



