Εδώ ο χώρος παρουσιάζεται ως κατώφλι ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο. Το τέμπλο, με τις άγιες μορφές του, είναι θεολογική μαρτυρία ότι ο Θεός δεν παραμένει απρόσιτος, αλλά φανερώνεται μέσα στην ιστορία, στα πρόσωπα, στο σώμα, στο φως.
Οι εικόνες δεν φυλακίζουν το θείο. Το υποδεικνύουν. Μας διδάσκουν ότι η ύλη, όταν αγιαστεί, μπορεί να γίνει γλώσσα της αιωνιότητας.
Τα κεριά μπροστά στο τέμπλο μοιάζουν με μικρές ανθρώπινες προσευχές. Καίγονται σιωπηλά, όπως καίγεται και η καρδιά όταν ζητά νόημα, συγχώρηση, παρηγοριά. Η φλόγα τους είναι εύθραυστη, όμως αντιστέκεται στο σκοτάδι. Έτσι και η πίστη δεν είναι πάντοτε θριαμβευτική βεβαιότητα: Συχνά είναι μια μικρή φλόγα μέσα στην αμφιβολία, μια ταπεινή επιμονή να στραφεί κανείς προς το φως.
Στο κέντρο δεσπόζει ο Χριστός, όχι ως μακρινός κριτής, αλλά ως Κύριος που ευλογεί και διδάσκει. Το ανοιχτό Ευαγγέλιο στα χέρια Του υπενθυμίζει ότι η αλήθεια είναι λόγος ζωντανός, πρόσκληση σε μεταμόρφωση. Ο άνθρωπος καλείται να θαυμάσει την αγιότητα, αλλά πρωτίστως να γίνει μέτοχός της.
Η εικόνα αποπνέει μια ιερή σιωπή. Μέσα σε αυτήν, ο χρόνος επιβραδύνεται και η ψυχή αναγνωρίζει τη βαθύτερη πείνα της. Όχι για εξουσία, επιτυχία ή κατοχή, αλλά για κοινωνία με τον Θεό. Ο ναός γίνεται τότε εικόνα του ανθρώπινου εσωτερικού κόσμου. Και η προσευχή, έστω άφωνη, γίνεται επιστροφή στο σπίτι.



