Η είδηση έφτασε σαν άμμος στο στόμα,
ότι το εφήμερο έχει φωνή,
και το αύριο στάζει στο πάτωμα.
Μια ανάμνηση περνά με ποδήλατο,
χωρίς φρένα, χωρίς ηλικία,
γελά και χάνεται στη στροφή.
Το τραίνο σφυρίζει μέσα στο νερό,
ρίχνει άγκυρα στον σταθμό του ύπνου,
κι εγώ κατεβαίνω χωρίς εισιτήριο.
Ο εχθρός φορά το πρόσωπό μου,
κάνει ανάγνωση των παλμών,
και υπογραμμίζει ό,τι θα σβήσει.
Μια φωτογραφία μαθαίνει να αναπνέει,
κρατά τις στιγμές σαν σαπούνι,
που γλιστρά απ’ τα χέρια.
Οι αγκαλιές είναι σύννεφα με βάρος,
τα όνειρα σπάνε στο αύριο,
και ξανακολλάνε με σιωπή.
Δέσαμε την ώρα με τριχιά,
στο μονοπάτι που αλλάζει όνομα,
κάθε που το περπατάς.
Το λιβάνι καίγεται για τη μάνα,
ένα χαμόγελο ανάβει στο σκοτάδι,
και μένει λιγότερο απ’ όσο πρέπει.
Ο ουρανός είναι πρόχειρος,
η σκιά μου τον διορθώνει,
με μολύβι που λιώνει.
Στο θέατρο των ημερών,
οι ρόλοι ξεχνιούνται επί σκηνής,
το χειροκρότημα φεύγει πρώτο.
Μια ρόδα γυρίζει χωρίς άξονα,
η κίνηση θυμάται πριν συμβεί,
και μετά προσποιείται άγνοια.
Έτσι το εφήμερο μας μαθαίνει,
να ζούμε σαν πέρασμα φωτός,
που μόλις φαίνεται, έχει φύγει.



