Αυτή ήταν η αποστομωτική ανταπάντηση που δίναμε κάποτε στα περιπαικτικά και ενίοτε σκληρά σχόλια όσων ήθελαν να μας κακο-χαρακτηρίσουν.
Ήταν περισσότερο ένα παιχνίδι συναισθηματικής επιβίωσης στον άγριο κόσμο της παιδικής επιθετικότητας, που και τότε υπήρχε φυσικά, προσαρμοσμένη, βέβαια, στα ήθη εκείνης της εποχής.
Το «είσαι και φαίνεσαι», όμως, κρύβει μέσα του μια μεγάλη αλήθεια. Την «άλλη αλήθεια», αυτή που δεν αναιρεί, αλλά συμπληρώνει όσα σου είπα σε προηγούμενο κείμενο, όταν θέλησα να σου εξηγήσω ότι τίποτα «δεν είναι αυτό που νομίζεις».
Μερικές φορές μπορεί πράγματι τα φαινόμενα να απατούν. Ωστόσο, κάποιες άλλες, αυτό που βλέπεις είναι …ακριβώς αυτό που βλέπεις και τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο, τίποτε διαφορετικό.
Και να θυμάσαι αυτό: κάποια πράγματα ή υπάρχουν και φαίνονται ή δεν υπάρχουν, οπότε δηλώνονται.
Αν για παράδειγμα σου πω ότι μια σου χειρονομία με συγκίνησε (δήλωση), να είσαι βέβαιος ότι δεν το έχει κάνει. Διότι αν όντως είχα συγκινηθεί, δεν θα χρειαζόταν καν να στο δηλώσω. Θα το έβλεπες μόνος σου στις εκφράσεις του προσώπου μου, στα γεμάτα δάκρυα μάτια μου, θα το καταλάβαινες απ’ τη «σπασμένη» μου φωνή, απ’ την όλη μου στάση και συμπεριφορά. Τη «δήλωση» θα την είχε ήδη κάνει η «γλώσσα του σώματος». Άρα θα ήταν περιττή. Θα δικαιούμουν, όμως, εκ των υστέρων να την κάνω με συμπληρωματικό μόνο νόημα και προς επιβεβαίωση της πρότερης κατάστασης. Το «σ’ αγαπώ», για να δώσω ένα άλλο παράδειγμα, προφανώς και θα αποτελέσει «δήλωση», διότι είναι ανθρώπινη ανάγκη. Και είναι πολύ όμορφο να το λες. Αρκεί, να ανταποκρίνεται σε πραγματικά αισθήματα, τα οποία «δηλώνονται» με πράξεις. Όσα «σ’ αγαπώ» και να πω, αν δεν σε σέβομαι, αν δεν σε στιρίζω, αν δεν νοιάζομαι πραγματικά, αν δεν το δείχνω κάθε μέρα με χίλιους δυο τρόπους, ….κανένα νόημα δεν έχουν. Σ’ αυτή την περίπτωση το «σ’ αγαπώ» δηλώνεται, γιατί απλά δεν υπάρχει.
Η «φύση των πραγμάτων» αποτελεί έναν διαχρονικό άξονα στοχασμού, όπου η φιλοσοφία και η επιστήμη συναντώνται για να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Από τον Δημόκριτο και τον Λουκρήτιο έως τη σύγχρονη φυσική, η βασική ερώτηση παραμένει: τι είναι αυτό που υπάρχει πραγματικά και με ποιον τρόπο;
Η επιστήμη αποκαλύπτει έναν κόσμο που δεν είναι στατικός αλλά δυναμικός, δομημένος από αλληλεπιδράσεις και πιθανότητες. Η κβαντική μηχανική δείχνει ότι τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης δεν διαθέτουν καθορισμένες ιδιότητες ανεξάρτητα από την παρατήρηση, υπονομεύοντας την κλασική ιδέα ενός αντικειμενικού και απόλυτα προβλέψιμου κόσμου. Παράλληλα, η θεωρία της εξέλιξης φανερώνει ότι η πολυπλοκότητα της ζωής δεν προκύπτει από σκοπό, αλλά από τυφλές διαδικασίες επιλογής και προσαρμογής.
Η φιλοσοφία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην περιγραφή. Ερωτά για το νόημα αυτής της ρευστότητας: αν τα πράγματα είναι σχέσεις και όχι σταθερές ουσίες, τότε και η ανθρώπινη γνώση είναι εγγενώς προσωρινή. Η φύση των πραγμάτων δεν είναι ένα τελικό συμπέρασμα, αλλά μια ανοιχτή διαδικασία κατανόησης, όπου κάθε απάντηση γεννά νέα ερωτήματα. Έτσι, η αλήθεια δεν βρίσκεται στην ακινησία, αλλά στη διαρκή αναζήτηση.
Σε αυτή την αέναη αναζήτηση, χρειάζεται να ρίχνουμε άγκυρες. Και να βάζουμε σταθερές, ικανές να κρατήσουν σταθερή την πορεία μας.
Η πίστη είναι η πιο ασφαλής πυξίδα. Άλλοι, έχουν ως κανόνα τον κώδικα αξιών που μόνοι τους έχουν φτιάξει. Υπάρχουν κι εκείνοι που πορεύονται έχοντας χαράξει μόνο φιλοδοξίες, αναρριχώμενοι σ’ ένα τεράστιο «εγώ». Τις «άγκυρες» και τις «σταθερές», όμως, όλοι τις έχουμε ανάγκη.
Και δεν χρειάζεται πάντα να τα φιλοσοφούμε τόσο πολύ τα πράγματα. Μερικές φορές είναι πολύ πιο απλά. Τόσο απλά, όσο φαίνονται. Και ο καθένας μας γνωρίζει τι πραγματικά είναι σημαντικό και τι όχι. Ξέρει τι έχει αξία. Και το αντιλαμβάνεται με την πρώτη ματιά. Χωρίς δεύτερη σκέψη.
Οι άνθρωποι έχουμε αναπτύξει διάφορους μηχανισμούς αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας. Ενδεχομένως δεν τα καταλαβαίνουμε, καθώς αυτό γίνεται ασυναίσθητα, αλλά κάθε φορά που καλούμαστε να πάρουμε μια απλή έστω, καθημερινή απόφαση ρουτίνας, ενεργοποιούνται τέτοιοι μηχανισμοί που μας καθοδηγούν, σαν να έχουμε προγραμματίσει τον εαυτό μας στον αυτόματο πιλότο».
Δεν χρειάζεται να σκεφτούμε και να αναλύσουμε κάποια πράγματα, κάποιες καταστάσεις. Γνωρίζουμε ήδη τις απαντήσεις. Αντικρύζουμε, βιώνουμε, αισθανόμαστε κάτι και ξέρουμε ότι αυτό που ως μήνυμα φτάνει σε ‘μας, αυτό είναι και στην πραγματική του διάσταση.
Είναι και φαίνεται, δηλαδή. Ακόμη και στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας, της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής ζωής, τίποτα δεν μπορεί να μας ξεγελάσει, αν μόνοι μας δεν αφήσουμε τον εαυτό μας να πλανηθεί. Και κανείς δεν μπορεί να μας πείσει ότι κάποιος είναι ευγενικός, για παράδειγμα, όσα «ευγενή» κι αν προβάλει, όταν αυτό που εισπράττουμε είναι βάρβαρο. Κανείς δεν μπορεί να μας πείσει ότι τα νέα οικονομικά μέτρα είναι σωτήρια, όση προπαγάνδα κι αν υπάρξει για αυτά, όταν ο λογαριασμός δεν βγαίνει. Και κανείς δεν μπορεί να μας πείσει ότι αυτό είναι λάθος, όταν βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι αυτό είναι το σωστό.
Με άλλα λόγια, …το αν είσαι καλός ή κακός άνθρωπος, δεν μπορώ να το πω. Με βεβαιότητα όμως μπορώ να σου πω πως ότι και αν είσαι…είσαι και φαίνεσαι.
Όλοι και όλα είναι και φαίνονται. Και ναι, αυτά που βλέπεις στην επιφάνεια, φελλοί είναι και επιπλέουν. Το ξέρεις, τα μαργαριτάρια είναι κρυμμένα βαθιά μέσα στη θάλασσα. Κι αν θες να τα βρεις πρέπει να κουραστείς και να ψάξεις. Να γνωρίζεις τις δυνάμεις σου, να έχεις μεγάλες αντοχές, να πάρεις βαθιά ανάσα και να βουτήξεις, χωρίς να γνωρίζεις αν και τι ακριβώς θα βρεις. Υπάρχουν κίνδυνοι. Το ρίσκο είναι μεγάλο, όσο και η ανταμοιβή. Η γνώμη μου: να το κάνεις. Ακόμη κι αν δεν βρεις τα μαργαριτάρια που έψαχνες, τουλάχιστον θα έχεις προσπαθήσει. Και σίγουρα δεν θα μείνεις στην επιφάνεια με τους φελλούς.



