Σε ένα συρτάρι με σύννεφα κλειδώθηκαν τα βράδια,
όνειρα διπλωμένα σαν χάρτες χωρίς προορισμό.
Ένα ρολόι μέτραγε φως πάνω σε σπασμένα φτερά,
κι ο ύπνος περπατούσε ξυπόλητος μέσα στον θόρυβο.
Στους δρόμους φύτρωναν καθρέφτες αντί για δέντρα,
κι έδειχναν πρόσωπα που δεν τόλμησαν να γεννηθούν.
Ένας άνεμος μάζευε τις λέξεις από το μέλλον,
μα τις σκόρπιζε πριν προλάβουν να ακουστούν.
Ένα παιδί ζωγράφιζε πόρτες στον ουρανό,
μα κάθε αυγή τις έσβηνε με κιμωλία η συνήθεια.
Τα όνειρα έγιναν πουλιά από χαρτί και σιωπή,
πετούσαν χαμηλά για να μην τα δει η αλήθεια.
Κι όμως, τη νύχτα ανθίζουν ακόμα σε άδειες παλάμες,
σαν άστρα που ξέχασαν πού ανήκει η πτώση.
Αν σκύψεις ν’ ακούσεις, θα βρεις τον παλμό τους ζωντανό.
Τα χαμένα όνειρα δεν πεθαίνουν ποτέ, μόνο αλλάζουν μορφή.
Σ’ ένα ποτάμι από σκάλες κολυμπάνε και λούζονται
κουβαλώντας στις τσέπες τους λίγη ξεχασμένη ελπίδα.
Η πίστη φοράει φτερά από αγάπη και φως,
και το γέλιο ανάβει σπίρτα μέσα στη νύχτα.
Στων άστρων το πλήθος γίνεται σιωπηλός αγώνας,
να σωθεί ένα όνειρο που δεν θέλει να ξημερώσει.
Μια καρδιά χτυπά σαν τύμπανο σε έρημη πλατεία,
και ο κόσμος γυρίζει γύρω της μέχρι να την ακούσει.



