Κάτω από τον βαρύ, σκιερό θόλο, ο πολυέλαιος ανάβει σαν μια μικρή, επίγεια «καιόμενη βάτος»: φως πολλαπλό, σπασμένο σε κρυστάλλινες σταγόνες, που δεν καταλύει το σκοτάδι αλλά το διαπερνά. Το χρυσό του τέμπλου και οι λεπτομέρειες της ξυλογλυπτικής δεν κραυγάζουν πλούτο· μοιάζουν να ψιθυρίζουν ότι η λατρεία δεν είναι αισθητική φυγή, αλλά σάρκωση της ευχαριστίας μέσα στην ύλη. Η Εκκλησία δεν ντρέπεται για το υλικό: το μεταστοιχειώνει σε σύμβολο, σε προσφορά.
Κι όμως, στο βάθος, εκεί όπου το βλέμμα τελικά καταλήγει, βρίσκεται ο Σταυρός. Η λάμψη δεν ακυρώνει το πάθος· το περιβάλλει, όπως η ελπίδα περιβάλλει την πληγή χωρίς να την αρνείται. Ο Εσταυρωμένος δεν είναι ένα σκοτεινό σημείο μέσα στο φως, αλλά η αλήθεια του: ότι ο Θεός δεν αποδεικνύεται με εκτυφλωτικές βεβαιότητες, μα αποκαλύπτεται ως αγάπη που μένει, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να σβήνουν.
Ίσως αυτό να είναι το μυστήριο που υπονοεί η εικόνα: η αληθινή λάμψη της πίστης δεν είναι η επίδειξη, αλλά η ταπεινή επιμονή του φωτός να καίει πάνω από τον Σταυρό και να μας καλεί, όχι να θαυμάσουμε, αλλά να μετανοήσουμε και να αγαπήσουμε.



