Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο που μύριζε γιασεμί και φρεσκοκομμένο χορτάρι, ζούσε ένα κορίτσι που το όνομά του μοσχοβολούσε γαλήνη και χαρά. Την έλεγαν Μαργαρίτα. Και πράγματι, όπως το λουλούδι που ανοίγει τα πέταλά του στον ήλιο, έτσι κι εκείνη άνοιγε την καρδιά της σε όλους.

Η Μαργαρίτα ζούσε με τους γονείς της και τον παππού της σε ένα όμορφο αγρόκτημα, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους. Από μικρή είχε μάθει να αγαπά τη γη και τα πλάσματά της. Κάθε πρωί σηκωνόταν πριν ακόμη χρυσίσει ο ουρανός και πήγαινε να ταΐσει τις κότες, να φέρει νερό στα πρόβατα, να χαϊδέψει τη γελάδα που της έδινε γάλα και να καθαρίσει το στάβλο.
Πάνω απ’ όλα όμως αγαπούσε το μαύρο άλογό της, τον Γιώργη. Είχε μάτια βαθιά και ζεστά, σαν να καταλάβαινε κάθε της σκέψη. Όταν η Μαργαρίτα του μιλούσε, εκείνος κουνούσε απαλά το κεφάλι, σαν να της απαντούσε.
Ο παππούς της συχνά της έλεγε ιστορίες από το Ευαγγέλιο, καθισμένοι δίπλα στο τζάκι. Της μιλούσε για τον Καλό Ποιμένα, που αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα για να ψάξει το ένα που χάθηκε. «Να θυμάσαι, Μαργαρίτα μου», της έλεγε, «πως ο Θεός δεν ξεχνά κανένα από τα παιδιά Του. Ούτε εσένα». Κι εκείνη άκουγε με μάτια λαμπερά.
Μια ηλιόλουστη μέρα, που ο ουρανός έμοιαζε απέραντος και γαλάζιος, η Μαργαρίτα αποφάσισε να πάρει τον Γιώργη για μια μακρινή βόλτα. Ήθελε να δει τι κρυβόταν πίσω από τον λόφο, πέρα από τα χωράφια τους. Οι γονείς της της είπαν να προσέχει και να μην απομακρυνθεί πολύ.

Στην αρχή όλα ήταν όμορφα. Τα πουλιά κελαηδούσαν, ο αέρας μύριζε πεύκο και τα λουλούδια έγερναν απαλά στο πέρασμά τους. Όμως, χωρίς να το καταλάβει, η Μαργαρίτα είχε φτάσει ως την άκρη του μεγάλου δάσους. Τα δέντρα υψώνονταν ψηλά, και το φως έμπαινε ανάμεσά τους σε λεπτές χρυσές λωρίδες.
Ξαφνικά, ο Γιώργης χλιμίντρισε δυνατά. Το πόδι του είχε πατήσει ένα παλιό ξύλινο καρφί που προεξείχε από μια σπασμένη σανίδα. Η Μαργαρίτα πήδηξε κάτω τρομαγμένη.
«Μη φοβάσαι, Γιώργη μου», του ψιθύρισε. Γονάτισε και είδε ότι το πόδι του είχε πληγωθεί. Δεν μπορούσε να περπατήσει.
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει. Δεν ήξερε τον δρόμο της επιστροφής από εκείνη την πλευρά του δάσους. Και δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει μόνο του το άλογό της.
Έσκισε ένα κομμάτι από το μαντήλι της και έδεσε όσο καλύτερα μπορούσε το πόδι του. Κάθισε δίπλα του και τον χάιδευε. «Ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου, και ουδέν με υστερήσει…» ψιθύρισε, θυμούμενη έναν ψαλμό που της είχε μάθει ο παππούς της.
Στο αγρόκτημα, όταν έπεσε το σούρουπο και η Μαργαρίτα δεν είχε επιστρέψει, οι δικοί της άρχισαν να ανησυχούν. Ο πατέρας της πήρε το φανάρι, η μητέρα της φώναζε το όνομά της, κι ο παππούς προσευχόταν σιωπηλά.
Μέσα στο δάσος, το σκοτάδι απλώθηκε γρήγορα. Οι σκιές μεγάλωσαν και κάθε ήχος έμοιαζε πιο δυνατός. Η Μαργαρίτα άρχισε να κρυώνει. Ο φόβος της ψιθύριζε πως είχε χαθεί. Πως κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.
«Μη φοβού, μόνον πίστευε», είπε χαμηλόφωνα, θυμούμενη τα λόγια που είχε ακούσει στην εκκλησία για τον Ιάειρο. Προσπάθησε να κρατήσει την καρδιά της ήρεμη.

Δεν μπορούσε να μείνει για πάντα εκεί. Αφού έδεσε τον Γιώργη σε ένα χαμηλό κλαδί, του έφερε λίγα χόρτα και του ψιθύρισε πως θα γυρίσει. Με βαριά καρδιά άρχισε να περπατά, ελπίζοντας να βρει κάποιο μονοπάτι.
Περπατούσε ώρα πολλή, όταν ξαφνικά, στη μέση του πουθενά, εμφανίστηκε μπροστά της ένα αγόρι. Ήταν ξυπόλυτο, με σκισμένα ρούχα και μάτια κουρασμένα. Φαινόταν πεινασμένο.

Η Μαργαρίτα ξαφνιάστηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Θυμήθηκε πως ο Χριστός είχε πει: «Επείνασα και μου δώσατε να φάγω…». Έβγαλε από το καλαθάκι της το μικρό ψωμάκι που της είχε απομείνει και το παγούρι με το λίγο νερό.
«Πάρε», του είπε. «Δεν είναι πολύ, αλλά είναι ό,τι έχω».
Το αγόρι την κοίταξε με ευγνωμοσύνη. «Μην απελπίζεσαι», της είπε με φωνή απαλή. «Όλα θα πάνε καλά. Δεν είσαι μόνη».
Πριν προλάβει να τον ρωτήσει τίποτα, το αγόρι χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα, σαν να το κατάπιε η νύχτα.

Η Μαργαρίτα στάθηκε σκεφτική. Ένιωσε μια περίεργη ζεστασιά στην καρδιά της, σαν να είχε ανάψει μέσα της ένα μικρό φως.
Συνέχισε τον δρόμο της. Λίγο αργότερα, είδε μπροστά της μια γυναίκα πανέμορφη, καλοντυμένη, με λαμπερό φόρεμα που γυάλιζε ακόμη και στο σκοτάδι.
«Παιδί μου», της είπε γλυκά, «φαίνεσαι κουρασμένη. Έλα μαζί μου. Έχω ένα μεγάλο, σύγχρονο σπίτι, με φώτα, ζεστασιά και όλα όσα μπορείς να επιθυμήσεις. Δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ ξανά. Θα έχεις ό,τι ζητήσεις».
Για μια στιγμή, η Μαργαρίτα σκέφτηκε το ζεστό κρεβάτι της. Την ασφάλεια. Την ξεκούραση. Όμως θυμήθηκε και κάτι άλλο. Θυμήθηκε πώς ο διάβολος είχε δείξει στον Χριστό όλα τα βασίλεια του κόσμου και Του είχε πει να τον προσκυνήσει για να Του τα δώσει.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ», είπε ευγενικά. «Αλλά δεν θέλω τίποτα από αυτά. Θέλω μόνο να βρω τον δρόμο για το αγρόκτημά μου. Εκεί είναι η οικογένειά μου. Εκεί είναι το άλογό μου που με χρειάζεται».
Η γυναίκα την κοίταξε παράξενα. Κι όταν η Μαργαρίτα έστρεψε το βλέμμα της για μια στιγμή προς το δάσος, η γυναίκα είχε εξαφανιστεί.

Η νύχτα προχωρούσε. Η Μαργαρίτα κουραζόταν όλο και περισσότερο. Τότε, πίσω από έναν κορμό δέντρου, εμφανίστηκε ένας κυνηγός. Ήταν ψηλός, με σκληρό βλέμμα και τόξο στον ώμο.
Η Μαργαρίτα φοβήθηκε λίγο. Όμως πήρε θάρρος.
«Καλησπέρα σας», είπε. «Μήπως ξέρετε τον δρόμο για το αγρόκτημα; Έχω χαθεί».
Ο κυνηγός την κοίταξε από πάνω ως κάτω. «Ξέρω», είπε. «Αλλά πεινάω. Αν θέλεις να σε βοηθήσω, πιάσε ένα ζωάκι του δάσους, σκότωσέ το και μαγείρεψέ το για μένα».
Η καρδιά της Μαργαρίτας σφίχτηκε. Τα ζώα ήταν φίλοι της. Τα φρόντιζε, τα αγαπούσε. Πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;
Θυμήθηκε τα λόγια: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται». Σήκωσε το κεφάλι της.
«Λυπάμαι», είπε ήρεμα. «Δεν μπορώ να κάνω κακό σε κανένα πλάσμα. Αν ξέρετε τον δρόμο, δείξτε μου τον από καλοσύνη. Αν όχι, θα συνεχίσω να ψάχνω».
Ο κυνηγός συνοφρυώθηκε. Πριν προλάβει να πει κάτι άλλο, χάθηκε κι εκείνος, σαν καπνός στον αέρα.

Η Μαργαρίτα έμεινε μόνη. Το δάσος έμοιαζε πιο σκοτεινό από ποτέ. Κάθισε σε μια ρίζα δέντρου και άρχισε να προσεύχεται.
«Κύριε», είπε, «Εσύ που βρήκες το χαμένο πρόβατο, βρες κι εμένα. Δώσε μου φως. Μη με αφήσεις να φοβηθώ».
Τα δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της, μα μαζί τους έφυγε και ένα κομμάτι του φόβου.

Τότε άκουσε έναν απαλό θόρυβο. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε μπροστά της ένα μικρό ελαφάκι. Τα μάτια του ήταν γλυκά και ήρεμα. Στάθηκε για λίγο και την κοίταξε, σαν να της έγνεφε.
Η Μαργαρίτα σηκώθηκε αργά. Το ελαφάκι έκανε μερικά βήματα και γύρισε να δει αν την ακολουθεί. Εκείνη κατάλαβε.
«Θα σε εμπιστευτώ», ψιθύρισε.
Προχωρούσαν μέσα από μονοπάτια που εκείνη δεν είχε προσέξει. Τα κλαδιά άνοιγαν μπροστά τους, σαν να έκαναν χώρο. Σιγά σιγά, το σκοτάδι άρχισε να αραιώνει. Μια αχνή λάμψη φάνηκε μπροστά.
Ξαφνικά, τα δέντρα τελείωσαν. Βρέθηκε στην άκρη του δάσους. Μπροστά της απλωνόταν το γνώριμο μονοπάτι που οδηγούσε στο αγρόκτημα.
Η καρδιά της σκίρτησε από χαρά. Γύρισε να ευχαριστήσει το ελαφάκι. Μα εκείνο είχε ήδη χαθεί.

Έτρεξε όσο μπορούσε προς το σπίτι. Από μακριά είδε τα φανάρια των δικών της που την έψαχναν. Η μητέρα της την αγκάλιασε με δάκρυα. Ο πατέρας της την σήκωσε ψηλά. Ο παππούς της ψιθύρισε: «Δόξα τω Θεώ».
Αμέσως τους οδήγησε πίσω στο σημείο όπου είχε αφήσει τον Γιώργη. Με προσοχή τον μετέφεραν και φρόντισαν το πόδι του. Με τον καιρό έγινε καλά.

Εκείνο το βράδυ, καθισμένη πάλι δίπλα στο τζάκι, η Μαργαρίτα διηγήθηκε όλα όσα είχε ζήσει. Ο παππούς την άκουγε προσεκτικά.
«Ξέρεις», της είπε στο τέλος, «μερικές φορές ο Θεός μάς δοκιμάζει για να φανεί τι έχουμε μέσα στην καρδιά μας. Σου παρουσιάστηκαν η ανάγκη, ο πειρασμός και η σκληρότητα. Κι εσύ διάλεξες την αγάπη, την πίστη και το έλεος».
Η Μαργαρίτα σκέφτηκε το αγόρι, τη γυναίκα, τον κυνηγό, το ελαφάκι. Δεν ήξερε ποιοι ήταν πραγματικά. Μα ήξερε πως, ακόμη και στο πιο σκοτεινό δάσος, δεν ήταν ποτέ μόνη.
Από τότε, κάθε φορά που φρόντιζε τα ζώα της ή έβλεπε κάποιον που είχε ανάγκη, θυμόταν εκείνη τη νύχτα. Και στην καρδιά της άνθιζε ξανά το ίδιο λουλούδι: η βεβαιότητα πως «το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν».
Κι έτσι, η Μαργαρίτα μεγάλωσε, μα δεν ξέχασε ποτέ πως η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στα πλούτη ή στην ευκολία, αλλά στην αγάπη που προσφέρεις, ακόμη κι όταν φοβάσαι.

Και λένε πως, κάθε φορά που κάποιος χάνεται στο δάσος εκείνο, ένα μικρό ελαφάκι εμφανίζεται σιωπηλά, για να του δείξει τον δρόμο προς το φως.



