Ο Ιάσωνας και το μικρό σπίτι στο βουνό
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα βουνό που τα πρωινά μύριζε θυμάρι και τα βράδια άναβαν τ’ αστέρια σαν μικρά καντήλια στον ουρανό, υπήρχε ένα μικρό, όμορφο σπίτι με πέτρινους τοίχους και ξύλινα παντζούρια. Εκεί μεγάλωνε ο Ιάσωνας, μαζί με τον παππού του.
Ο παππούς δεν είχε πολλά πράγματα, είχε όμως δύο θησαυρούς: τα χέρια του που δούλευαν και την αγάπη του που δεν τελείωνε. Με αυτά τα δύο έμαθε στον Ιάσωνα να γίνεται αυτάρκης, όπως τα δέντρα που ριζώνουν βαθιά και δεν φοβούνται τον άνεμο.


Αγαπούσε κάθε τι. Τα μικρά χορταράκια που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στις πέτρες, το σπουργίτι που χοροπηδούσε δίπλα στο πηγάδι, τον ήλιο που ζέσταινε τις παλάμες του, τη βροχή που δρόσιζε τα φύλλα. Όταν έβρισκε ένα έντομο ανάποδα στο χώμα, το γύριζε απαλά. Όταν έβλεπε ένα κλαδί σπασμένο, το στήριζε. Κι όταν ένα ζώο πονούσε, καθόταν δίπλα του χωρίς να μιλά, σαν να του έλεγε με τη σιωπή του: «Είμαι εδώ».
Μια νύχτα, ο παππούς αρρώστησε. Ήταν σαν να έσβηνε σιγά σιγά η φωτιά στο τζάκι. Ο Ιάσωνας του έφερε νερό, του έβαλε κουβέρτα, του χάιδεψε το χέρι. Ο παππούς τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν ακόμη, και ψιθύρισε:
— Να θυμάσαι, παιδί μου… ο άνθρωπος δεν είναι για να μαζεύει, είναι για να δίνει. Κι η αγάπη… η αγάπη είναι το ψωμί της ψυχής.

Πέρασαν μήνες. Και μια μέρα, που ο αέρας φύσαγε παράξενα, εμφανίστηκε στο μονοπάτι ένας άντρας με γυαλιστερά παπούτσια και χαρτοφύλακα. Ήταν εκπρόσωπος μιας μεγάλης εταιρίας. Χαμογέλασε πλατιά, όπως χαμογελούν οι βιτρίνες.

Ο Ιάσωνας δεν ήξερε τι σημαίνει «εταιρία», ούτε τι είναι «χρήματα». Κατάλαβε μόνο πως ο ξένος ήσελε να πάρει το βουνό. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.
— Μα… εδώ είναι το σπίτι μου. Εδώ είναι τα ζώα μου, τα λαχανικά μου, το πηγάδι μου… Αν το χαλάσετε, πού θα πάνε όλα αυτά;
Ο άντρας σήκωσε τους ώμους.
— Θα έχεις πολλά λεφτά. Μπορείς να πας στην πόλη, να ζήσεις άνετα.
Ο Ιάσωνας ένιωσε φόβο, σαν να πλησίαζε χειμώνας μέσα στην καρδιά του.
— Σε παρακαλώ… μην καταστρέψετε το βουνό, είπε. Είναι ζωντανό. Είναι σαν οικογένεια.
Μα ο κόσμος των γυαλιστερών παπουτσιών δεν ακούει εύκολα τις πηγές και τα πουλιά. Η επένδυση έγινε γρήγορα. Ήρθαν μηχανές που βρυχώνταν σαν θυμωμένοι γίγαντες. Κόπηκαν δέντρα. Άνοιξαν δρόμοι. Στήθηκαν σιδερένιες κολόνες. Ο Ιάσωνας κοιτούσε και ένιωθε πως κάτι μέσα του γκρεμιζόταν μαζί με τις πλαγιές.

Μα πίσω απ’ τα φανταχτερά, υπήρχε το κυνήγι του χρήματος και της ηδονής. Οι εργαζόμενοι ήθελαν να βγάλουν περισσότερα. Οι επισκέπτες να διασκεδάσουν όσο μπορούσαν. Κι ακόμη κι ο ιερέας -αχ, ο ιερέας!- κοίταζε συχνά περισσότερο το παγκάρι παρά τα πρόσωπα. Σαν να είχε ξεχάσει πως ο ναός είναι για την ψυχή κι όχι για το ταμείο.
Ο Ιάσωνας δεν πήγαινε στην εκκλησία. Όχι από περιφρόνηση, μα από άγνοια. Κι όμως, χωρίς να το ξέρει, ζούσε σαν να είχε ακούσει το Ευαγγέλιο από τα ίδια τα δέντρα. Γιατί, όπου υπάρχει αληθινή αγάπη, εκεί φυσά ένας άνεμος ουράνιος.
Μια μέρα, ένας εργάτης, κουρασμένος και θυμωμένος, ανέβηκε μέχρι το σπιτάκι του Ιάσωνα. Είχε ακούσει πως υπάρχει «ένας παράξενος άντρας» που δεν ξέρει τι είναι τα χρήματα.

Ο Ιάσωνας του έδωσε ένα ποτήρι νερό απ’ το πηγάδι.
— Πιες πρώτα. Το νερό δεν ζητά τίποτα για να σε δροσίσει, είπε ήρεμα. Κι έπειτα… πλούσιος; Αν εννοείς να έχω πολλά πράγματα, δεν τα χρειάζομαι. Αν εννοείς να έχω γαλήνη, τότε… ναι. Θέλω γαλήνη.
Ο εργάτης έμεινε σιωπηλός. Ένιωσε μέσα του να ξεμπλέκεται ένας κόμπος. Και καθώς έφευγε, είπε σε άλλους: «Εκεί πάνω υπάρχει κάτι άλλο. Όχι σαν τα μαγαζιά μας. Κάτι καθαρό.»
Έτσι άρχισε η φήμη. Σιγά σιγά, όλοι ήθελαν να ανέβουν στην κορυφή, να συναντήσουν τον Ιάσωνα και να μάθουν πώς τα κατάφερε και πώς ζούσε. Κι όσοι πήγαιναν, έφερναν δώρα. Όχι γιατί τα ζητούσε κανείς, αλλά γιατί η καρδιά τους ήθελε να προσφέρει. Άλλος έφερνε μέλι, άλλος ένα κουβερτάκι, άλλος σπόρους. Κι όλοι ήθελαν να φάνε από τα λαχανικά του, να πιούν νερό απ’ το πηγάδι του, να βοσκήσουν τα ζώα του, να φτιάξουν μαζί του τυρί.

Ο εκπρόσωπος της εταιρίας θύμωσε. Ο ιερέας της «καινούριας εκκλησίας» αναστατώθηκε, γιατί έβλεπε το παγκάρι να αδειάζει. Και ένα πρωινό, αποφάσισε να ανέβει κι εκείνος στον Ιάσωνα, για να τον «συνετίσει».
— Εσύ… γιατί τους παίρνεις από την εκκλησία; είπε κάπως αυστηρά.
Ο Ιάσωνας τον κοίταξε με απορία.
— Εγώ δεν παίρνω κανέναν. Όποιος έρχεται, έρχεται μόνος του. Κάθονται, μοιραζόμαστε ψωμί, ακούμε τον άνεμο. Μερικές φορές, λέμε λόγια που κάνουν την καρδιά πιο ελαφριά.
— Μα τι λόγια; ρώτησε ο ιερέας.
Ο Ιάσωνας έσκυψε, πήρε από το χώμα έναν σπόρο και τον έβαλε στην παλάμη του ιερέα.
— Όπως αυτός ο σπόρος, είπε, μικρός και ασήμαντος… αν τον αγαπήσεις, γίνεται δέντρο. Έτσι και η ψυχή. Αν την αγαπήσεις, γίνεται φως.
Ο ιερέας ένιωσε σαν να τον άγγιξε κάτι που είχε χρόνια να νιώσει. Θυμήθηκε τότε τα λόγια του Ευαγγελίου, που τα είχε διαβάσει πολλές φορές, μα ίσως δεν τα είχε αφήσει να κατέβουν στην καρδιά. Και ψιθύρισε, σχεδόν σαν να ντρεπόταν:
— «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.»
Ο Ιάσωνας δεν ήξερε τι σημαίνουν τα αρχαία λόγια, μα τα ένιωσε σαν ζεστασιά.
— Είναι όμορφα, είπε. Μοιάζουν με νερό.
Ο ιερέας κάθισε στο πεζούλι. Για πρώτη φορά, δεν ένιωσε να είναι «κάποιος σημαντικός». Ένιωσε απλώς άνθρωπος.
— Ξέρεις… αυτά τα λόγια είναι του Χριστού, είπε.
Ο Ιάσωνας άκουσε τη λέξη «Χριστός» σαν να άκουγε ένα νέο όνομα του ήλιου.
— Ποιος είναι; ρώτησε με παιδική απορία.
Και τότε, εκεί πάνω στο βουνό, κάτω από τον ουρανό, ο ιερέας, που ως τότε έβλεπε τους ανθρώπους σαν πελάτες, άρχισε να μιλά αλλιώς. Όχι σαν να κάνει διάλεξη, μα σαν να εξομολογείται.
— Ο Χριστός, είπε, μας έμαθε πως η αγάπη είναι ο δρόμος. «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους…» και πως «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας».
Ο Ιάσωνας έσκυψε το κεφάλι.
— Δηλαδή… ο θησαυρός μου μπορεί να είναι… τα ζώα μου, οι άνθρωποι, η ειρήνη;
Ο ιερέας δάκρυσε.
— Ναι. Και ο Χριστός είπε ακόμη: «Μὴ μεριμνᾶτε… ἐμβλέψατε τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.» Δηλαδή, μην τρώγεστε από αγωνία σαν να είστε μόνοι. Υπάρχει Πρόνοια.
Ο Ιάσωνας κοίταξε ένα πουλί που πέταξε πάνω απ’ το πηγάδι και χαμογέλασε.
— Εγώ… πάντα ένιωθα πως δεν είμαι μόνος, είπε. Απλώς δεν ήξερα το όνομα.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε Κυριακή δεν ανέβαιναν μόνο «τουρίστες», αλλά άνθρωποι που ήθελαν να αλλάξουν. Ο Ιάσωνας δεν έγινε «αρχηγός». Έγινε κάτι πιο απλό και πιο μεγάλο: έγινε καθρέφτης. Όταν οι άλλοι τον κοιτούσαν, έβλεπαν τι θα μπορούσαν να είναι αν ξέπλεναν την καρδιά τους.
Κι ο Ιάσωνας μιλούσε, όπως μπορούσε, με παραδείγματα από τη φύση.
— Μην κυνηγάτε τις απολαύσεις που φεύγουν, έλεγε. Είναι σαν χιόνι που λιώνει. Να κυνηγάτε την αγάπη που μένει. Να δίνετε. Γιατί όταν δίνεις, η καρδιά σου μεγαλώνει.
Κι ο ιερέας, που είχε έρθει για να τον «συνετίσει», στεκόταν δίπλα του και συμπλήρωνε με λόγια του Ευαγγελίου, σαν να ξαναβρίσκει τη δική του κλήση:
— «Τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ;»
Σιγά σιγά, οι άνθρωποι του χιονοδρομικού κέντρου άρχισαν να αλλάζουν. Ο υπάλληλος που μόνο μάλωνε, έμαθε να λέει «συγγνώμη». Ο επιχειρηματίας που μετρούσε μόνο κέρδη, άρχισε να μοιράζει φαγητό σε όσους δεν είχαν. Οι επισκέπτες δεν έψαχναν πια μόνο διασκέδαση, αλλά ησυχία. Και το παγκάρι στην εκκλησία… δεν ήταν πια το κέντρο. Το κέντρο έγινε η προσευχή και η συνάντηση των ανθρώπων, το χέρι που απλώνεται στο χέρι.
Η «μεγάλη επένδυση» απέτυχε, γιατί κανένα λαμπερό κτίριο δεν μπορεί να νικήσει μια καθαρή καρδιά. Και το βουνό, παρότι είχε πληγωθεί, άρχισε να γιατρεύεται εκεί που οι άνθρωποι το σεβάστηκαν. Φύτεψαν ξανά δέντρα. Προστάτεψαν τις πηγές. Έμαθαν να περπατούν χωρίς να αφήνουν σκουπίδια, όπως περπατά κανείς μέσα σε ναό.
Και ο Ιάσωνας, που δεν ήξερε γράμματα, αλλά ήξερε αγάπη, έμαθε κι εκείνος κάτι νέο: ότι ο Χριστός, που δεν είχε γνωρίσει με λέξεις, τον είχε αγγίξει από παλιά με έργα. Γιατί η αγάπη είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει ο ουρανός.
Κάποτε, ένα μικρό παιδί τον ρώτησε:
— Ιάσωνα, εσύ είσαι άγιος;
Ο Ιάσωνας γέλασε απαλά.
— Όχι, είπε. Είμαι ένας άνθρωπος που έμαθε να αγαπά, γιατί κάποιος με αγάπησε πρώτα: ο παππούς μου. Και τώρα… μαθαίνω πως η αγάπη αυτή έχει Πηγή μεγαλύτερη.
Και καθώς ο ήλιος έγερνε πίσω από τις κορφές, ο ιερέας είπε σιγανά, σαν ευχή για όλους:
— «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν.»
Ο Ιάσωνας δεν ήξερε όλα τα λόγια, μα ένιωσε το νόημα. Έκλεισε τα μάτια, άκουσε το νερό στο πηγάδι, το φύσημα του ανέμου, το κουδούνι μιας γίδας, και σκέφτηκε πως, τελικά, η αληθινή πολιτεία δεν χτίζεται με χρήματα. Χτίζεται με αγάπη.




