Ο σταυρός της εικόνας δεν λάμπει. Δεν είναι γυαλισμένος, ούτε «θριαμβευτικός». Είναι τραχύς, φθαρμένος, σημαδεμένος από τον χρόνο.
Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτό μιλά πιο καθαρά: ο Θεός δεν εισέρχεται στην ιστορία σαν ιδέα αμόλυντη, αλλά σαν παρουσία που δέχεται να αγγιχτεί από τη σκόνη, τη βροχή, την εγκατάλειψη. Η ύλη πάνω του κρατά μνήμη, σαν να έχει απορροφήσει προσευχές, δάκρυα, σιωπές που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Δίπλα του διακρίνεται ένας ιστός αράχνης, λεπτός σαν ανάσα. Η λεπτομέρεια αυτή αλλάζει όλο το νόημα: ακόμη και το ιερό, όταν το αφήνουμε χωρίς φροντίδα, περιβάλλεται από νήματα λήθης. Κι όμως ο ιστός δεν είναι μόνο ένδειξη παραμέλησης, αλλά και σημάδι ζωής που συνεχίζεται, δημιουργίας που επιμένει. Η κτίση υφαίνει, ακόμη κι όταν εμείς σταματάμε να προσέχουμε.
Το θολό φως στο βάθος, κύκλοι από λάμψεις, μοιάζει με υπόσχεση Ανάστασης, όχι ως εύκολη απάντηση, αλλά ως υπομονετική ελπίδα. Ο σταυρός στέκει στο κέντρο, όπως στέκει και στην καρδιά της πίστης: όχι για να μας τρομάξει, αλλά για να μας θυμίσει ότι η σωτηρία περνά από το ράγισμα.
Εκεί, στο τραχύ ξύλο και στην πέτρα, ο άνθρωπος μαθαίνει πως η αγάπη δεν είναι αθανασία χωρίς πόνο, αλλά πιστότητα μέσα στον πόνο.



