Θυμάμαι στο Λύκειο τις απίστευτες πλάκες που κάναμε με εκείνο το περίφημο «…φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ’ εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας». Δεν υπάρχει τριτοδεσμίτης που να πέρασε από τα θρανία και να μην το διασκέδασε με την ψυχή του!
Ναι, τα αρχαία είχαν κι αυτά την πολύ διασκεδαστική τους εκδοχή. Και ναι, ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους, στον εμβληματικό εκείνο λόγο προς τιμήν των Αθηναίων πεσόντων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όπου εξυμνεί τη δημοκρατία, την ανδρεία και το μεγαλείο της Αθήνας, παρουσιάζει μεν τα ιδανικά της πολιτικής αρετής, της συλλογικής ευθύνης και του πατριωτισμού, μας αφήνει όμως και την πληροφορία που θέλω σήμερα να σχολιάσω.
Στο «φιλοκαλοῦμέν» θέλω να σταθώ, …διότι για τα υπόλοιπα είμαι βέβαιος ότι έχεις ακούσει πολλά μέχρι σήμερα!
«Αγαπάμε το ωραίο», μας είπε με την ίδια απλότητα ο προπάππος μας ο Θουκυδίδης δια στόματος του προπάππου μας του Περικλή, κάτι που το επιβεβαιώνουν άλλωστε όλα αυτά τα απίστευτης ομορφιάς τεχνουργήματα που δυόμιση χιλιετίες μετά εξακολουθούν στη θέασή τους να καθηλώνουν εκατομμύρια ανθρώπους στα μουσεία όλου του κόσμου. Την ίδια ομορφιά συναντάμε στα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και σε όλα όσα έχουν με όποια μορφή φτάσει μέχρι τις μέρες μας.
Πράγματι, οι πρόγονοί μας αγαπούσαν το ωραίο με απλότητα. Όχι με υπερβολές. Και είχαν εντάξει αυτό το «ωραίο» στην καθημερινή τους ζωή. Γι’ αυτό ακόμη και τα χρηστικά αντικείμενα της καθημερινότητάς τους, όπως για παράδειγμα το δοχείο που έβαζαν το λάδι ή το ποτήρι που έπιναν το κρασί, είναι αριστουργήματα.
Σήμερα, κυριαρχεί το ψεύτικο, το «κιτς», δήθεν πρακτικό προς διευκόλυνση, λες και το πρακτικό δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και ωραίο. Την έννοια, βέβαια, την έχουμε χάσει προ πολλού.
Όσο υποκειμενική κι αν είναι, θεωρώ πως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που ως σύγχρονη κοινωνία έχουμε κάνει είναι ότι αποβάλλαμε την καλαισθησία και εκδιώξαμε το ωραίο απ’ τη ζωή μας, το οποίο και συχνά αντικαθιστούμε απ’ το «επώνυμο», ακόμη κι αν αυτό είναι άθλιο αισθητικά.
Τι, όμως, πραγματικά είναι το «ωραίο»;
Το «ωραίο», ετυμολογικά συγγενές με την «ώρα», φέρει τον χαρακτήρα του στιγμιαίου, του επίκαιρου και του εφήμερου. Είναι εκείνο που εμφανίζεται στην κατάλληλη στιγμή, που ευχαριστεί τις αισθήσεις, χωρίς να απαιτεί εσωτερική επεξεργασία ή στοχασμό. Το ωραίο μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια εικόνα που προκαλεί άμεση τέρψη. Το «ωραίο» υπάρχει για να ικανοποιεί τις αισθήσεις μας, κατ’ επέκτασιν και την ψυχή μας. Ταυτόχρονα, το «ωραίο» είναι το «ωριαίο», αυτό δηλαδή που έρχεται ή που γίνεται στην ώρα του. Θα μπορούσε, συνεπώς, να ισχυριστεί κάποιος ότι ο συνεπής άνθρωπος, αυτός που είναι πάντα στην ώρα του, είναι ένας ωραίος άνθρωπος. Ακριβώς διότι είναι συνεπής, είναι σωστός, σέβεται το χρόνο των υπολοίπων, αλλά σέβεται τα ίδια τα πρόσωπα. Σέβεται και τον εαυτό του. Και έτσι, εκτός από «ωραίος», καταλήγει να είναι και ένας «όμορφος» άνθρωπος.

Η διαφορά του «ωραίου» με το «όμορφο» είναι ότι το δεύτερο συνδέεται με το «μορφή», δηλαδή με το εσωτερικό σχήμα, με τη δομή και την αρμονία που διαπερνά την ουσία των πραγμάτων. Το όμορφο δεν περιορίζεται στην επιφάνεια, αλλά αποκαλύπτεται στην ενότητα του έξω και του μέσα, του αισθητού και του νοητού. Ένα έργο τέχνης, μια πράξη καλοσύνης, ακόμη και μια σκέψη μπορεί να χαρακτηριστεί όμορφη, διότι εκφράζει μια τάξη, μια εσωτερική πληρότητα που υπερβαίνει την απλή ευχαρίστηση. Το «όμορφο» φέρει ηθική και υπαρξιακή βαρύτητα.
Η διάκριση ανάμεσα στο «όμορφο» και το «ωραίο» φαινομενικά μοιάζει λεξιλογική ή αισθητική, όμως εγείρει βαθύτερα φιλοσοφικά ερωτήματα που άπτονται της αντίληψης, της αισθητικής κρίσης και της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο. Το «όμορφο» και το «ωραίο» δεν είναι απλώς συνώνυμα· ενσαρκώνουν διαφορετικούς τρόπους βίωσης και κατανόησης του κάλλους. Το «ωραίο» αφορά την αίσθηση, ενώ το «όμορφο» την καλλιέργεια της ψυχής. Το πρώτο φθείρεται στον χρόνο· το δεύτερο αντέχει, επειδή θεμελιώνεται στην αλήθεια.
Όμορφα κι ωραία, λοιπόν. Μαζί. Ταυτόχρονα. Ενιαία, αδιαίρετα και αδιάσπαστα. Μόνο έτσι μπορεί κάποιος να είναι ολοκληρωμένος.
«Βάλε στη ζωή σου το ωραίο και γίνε όμορφος άνθρωπος». Αυτό έχω να πω. Θέλει κόπο, δεν θέλει χρήμα. Καρδιά θέλει. Καλοσύνη και πίστη. Αγάπη για τον διπλανό σου και κατανόηση.
Είναι όπως η τέχνη, που με ωραίο τρόπο εκφράζει συναισθήματα, ιδέες και πολιτισμικές αξίες, επιδιώκοντας να μας κάνει πιο όμορφους. Μέσα απ’ αυτή ο άνθρωπος επικοινωνεί με το παρελθόν, σχολιάζει το παρόν και οραματίζεται το μέλλον. Η τέχνη δεν είναι απλώς αισθητική απόλαυση· είναι τρόπος σκέψης και αντίστασης. Εμπνέει, προβληματίζει, ενώνει. Όταν χρειάζεται αναδεικνύεται σε καταφύγιο ελπίδας. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, αλλά και ο φάρος της ψυχής.
Το μαρτυρά και η ίδια η λέξη: προέρχεται απ’ το «τίκτω» (απ’ όπου και ο τοκετός) για να δηλώσει τη δημιουργία, τη γένεση. Κι όπως ένα παιδί γεννιέται με κλάμα στην οδύνη, έτσι και η τέχνη είναι συχνά βασανιστική. Έτσι είναι η ζωή. Βασανιστική, όπως η τέχνη. Χωρίς τέχνη, όμως δεν υπάρχει ζωή, όπως ακριβώς δεν υπάρχει γένεση χωρίς τοκετό.
Τι το ωραίο μπορεί να υπάρξει, τι το όμορφο, αν δεν υπάρχει αυτή η ίδια η έννοια της τέχνης, της δημιουργίας;



