Το αμπέλι και ο βασιλιάς

 

Μια φορά κι έναν καιρό, έξω απ’ το κάστρο όπου ζούσε ο βασιλιάς, δίπλα απ’ το μικρό ποτάμι, υπήρχε ένα αμπέλι, που όλο το χρόνο, χειμώνα – καλοκαίρι, είχε όμορφα μεγάλα τσαμπιά.

Στον αμπελώνα ήταν μια καλύβα και εκεί έμενε μόνο του ένα παιδί. Γεώργιο το έλεγαν και ήταν 12 χρονών. Δεν είχε ούτε γονείς ούτε άλλους συγγενείς και έτσι ο Γεώργιος έμαθε μόνος του να καλλιεργεί το αμπέλι και να φροντίζει τον εαυτό του. Το μικρό εκείνο αμπέλι και η καλύβα ήταν όλη του η περιουσία. Ευτυχώς, όσο ζούσαν οι γονείς του ήταν πάντα μαζί τους στις αγροτικές δουλειές και χωρίς να το καταλάβει είχε μάθει όλα τα μυστικά παρακολουθώντας και βοηθώντας τον πατέρα του, όταν εκείνος κλάδευε και φρόντιζε το αμπέλι.

Ήξερε ποιες κληματόβεργες δεν μπορούν να καρποφορήσουν και τις αφαιρούσε απ’ την κληματαριά. Κι εκείνες που καρποφορούσαν, τις καθάριζε για να δώσουν περισσότερο καρπό. Ο Γεώργιος ήταν άξιος γεωργός. Όταν ο βασιλιάς έκανε πόλεμο, κάλεσε όλους τους υπηκόους να στρατευτούν. Και έβαλε μεγάλους φόρους για να αγοράσει όπλα και να μπορεί να συντηρήσει τον πολυάριθμο στρατό του. Ο άπληστος βασιλιάς, ήθελε να κάνει μεγάλη εκστρατεία για να κατακτήσει όλα τα γειτονικά βασίλεια.

Η χώρα του ήταν όμορφη. Με καταπράσινα λιβάδια, με ευτυχισμένους ανθρώπους που αγαπούσαν την πατρίδα τους και που ειρηνικά εργαζόταν, βοηθώντας πάντα ο ένας τον άλλον. Τώρα, υπήρχε παντού μαυρίλα και δυστυχία. Ο βασιλιάς έχασε τον πόλεμο και στη χώρα έπεσε μεγάλη πείνα. Όλοι οι πόροι είχαν κατασπαταληθεί. Πολλοί είχαν σκοτωθεί στις μάχες και όσοι επέστρεψαν βρήκαν τα χωριά και τα σπίτια τους κατεστραμμένα. Τίποτα δεν είχε μείνει. Μέχρι και ο ίδιος ο βασιλιάς, πεινούσε.

Ηττημένος και ταπεινωμένος, έπρεπε να πληρώνει δυσβάσταχτο φόρο στους άλλους βασιλιάδες, που του επέτρεψαν με αυτό τον όρο να επιστρέψει στο κάστρο του. Ήταν κλεισμένος εκεί και, αμετανόητος πάντα, έστελνε κάθε μέρα τους συμβούλους του να συγκεντρωθούν χρήματα απ’ το λαό για να πληρώσει τους φόρους, ευελπιστώντας ότι θα έφτιαχνε κάποια μέρα ξανά το στρατό του και αυτή τη φορά θα νικούσε. Κάθε μέρα, όμως, οι σύμβουλοι επέστρεφαν στο παλάτι με άδεια χέρια. Τίποτα δεν υπήρχε να πάνε στον βασιλιά. Μόνο σταφύλια απ’ το αμπέλι που είχε ο μικρός Γεώργιος.

Δεν άργησαν να καταλάβουν ότι σε εκείνο το αμπέλι τα τσαμπιά με τα ζουμερά σταφύλια δεν τελείωναν ποτέ. Στην αρχή δεν είχαν δώσει σημασία. Ο Γεώργιος άλλωστε, αν και ο πόλεμος του βασιλιά ήταν που του είχε στερήσει όλους του τους φίλους, τους υποδέχθηκε με ευγένεια και με χαρά γέμισε όλο το κάρο με τους υπέροχους καρπούς απ’ το αμπέλι του. Το ίδιο έκανε την επομένη. Και ξανά. Και ξανά.

Το αμπέλι, όμως, ήταν μικρό. Γρήγορα οι σύμβουλοι του βασιλιά άρχισαν να διερωτώνται, πως είναι δυνατόν ένα τόσο δα αμπελάκι, να δίνει τόσους καρπούς. Παραφύλαξαν, έτσι, μια μέρα και είδαν ότι δεν ήταν οι μόνοι που πήγαιναν στον Γεώργιο κάθε μέρα για να πάρουν τα σταφύλια. Μετά απ’ αυτούς, στο αμπέλι πήγαιναν άνθρωποι απ’ το δίπλα χωριό. Και απ’ το πιο κάτω χωριό. Και απ’ το χωριό που είναι πιο πέρα. Και απ’ το ίδιο το κάστρο του βασιλιά, έβγαιναν κρυφά οι κάτοικοι και με μεγάλα καλάθια έπαιρναν τα ωραία σταφύλια που τους έδινε ο Γεώργιος. Όλοι έπαιρναν όσο περισσότερα μπορούσαν. Και τα μοίραζαν σε όλους τους υπολοίπους. Σε κάθε χωριό, σε όλους τους κατοίκους.

Πήγαν, λοιπόν, στο βασιλιά και του είπαν: «Μεγαλειότατε, κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με το αμπέλι και τον μικρό Γεώργιο». Και του διηγήθηκαν με το «ν» και με το «σ» όλα όσα είχαν δει. Ο βασιλιάς κοίταξε απ’ το παράθυρο το αμπέλι, που φαινόταν στο βάθος σαν μια μικρή πράσινη κουκίδα και αναφώνησε: «Αυτό το αμπέλι μου ανήκει. Φέρτε μου τον Γεώργιο». Αμέσως ο αρχισύμβουλος κάλεσε τη φρουρά και μαζί κίνησαν για να συλλάβουν τον Γεώργιο.

Ο βασιλιάς τον περίμενε στη μεγάλη αίθουσα, καθισμένος στο θρόνο του. Δεμένο με αλυσίδες στα χέρια και στα πόδια τον πήγαν μπροστά του. «Βασιλιά μου, είναι μεγάλη τιμή που με καλέσατε στο παλάτι. Παρακαλώ, πείτε μου τι μπορώ να κάνω για εσάς», είπε ο Γεώργιος, αιφνιδιάζοντας με την αγάπη του τον σκληρό βασιλιά. «Να σαπίσεις στη φυλακή», του είπε εκείνος, μη μπορώντας να διαχειριστεί την πραότητα και την καλοσύνη του παιδιού.

Στο πιο σκοτεινό μπουντρούμι τον πέταξαν τον Γεώργιο. Και αυτός ευχαριστούσε με χαμόγελο τους φρουρούς για το λίγο νερό που του έδιναν. Ο βασιλιάς, αμέσως μετά η σύλληψη και τη φυλάκιση του Γεωργίου, έστειλε να πάνε στο αμπέλι και να κόψουν όλα τα τσαμπιά. «Να μην μείνει ούτε μια ρώγα», διέταξε. Κι έτσι έγινε. Πήγαν οι σύμβουλοι με τη φρουρά και μέχρι το βράδυ είχαν μαζέψει όλα τα σταφύλια.

Την αυγή, όμως, όλα τα κλήματα στο αμπέλι ήταν ξανά γεμάτα με όμορφα τσαμπιά, με γλυκά σταφύλια. Αυτή τη φορά, όμως, μέχρι να τα πάνε στο παλάτι, είχαν όλα σαπίσει. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα. Το ίδιο και μια μέρα μετά. Και κάθε μέρα, την αυγή πήγαιναν οι άνθρωποι του βασιλιά να μαζέψουν τα όμορφα σταφύλια και όταν μετά, στο παλάτι άνοιγαν τα καλάθια, είχαν όλα σαπίσει.

Ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Κάλεσε ειδικούς απ’ όλα τα βασίλεια του κόσμου για να λύσουν το μυστήριο, όμως όλοι απέτυχαν οικτρά. Εν τω μεταξύ, ο λαός που δεν ανεχόταν τη φυλάκιση του παιδιού και που ούτε σταφύλια δεν είχε πλέον για να ζήσει, άρχισε να ξεσηκώνεται. Έντρομος ο βασιλιάς πήγε ο ίδιος στο κελί που είχε φυλακίσει τον Γεώργιο. Είπε στους φρουρούς να ανοίξουν την πόρτα και έτρεξε μέσα.

Ο Γεώργιος, γαλήνιος και χαμογελαστός, όπως πάντα, σαν να τον περίμενε, έστεκε στο βάθος και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια: «Καλωσόρισες βασιλιά μου. Μεγάλη μου τιμή….». Ο βασιλιάς τον διέκοψε και με αυστηρό ύφος του είπε: «Πες μου αμέσως τι συμβαίνει με το αμπέλι. Γιατί τώρα σαπίζουν οι καρποί; Και τι πρέπει να κάνω για να γίνουν όλα όπως πριν;».

Ο Γεώργιος χαμογελάσε. «Βασιλιά μου, σε ένα σάπιο βασίλειο, σάπιοι θα είναι πάντα οι καρποί. Αν θέλεις πραγματικά να γίνουν όλα όπως πριν, πρέπει πρώτα να ζητήσεις συγνώμη απ’ τα άλλα βασίλεια για τον πόλεμο που έκανες, αλλά και απ’ το λαό σου, για το κακό που προκάλεσες. Πρέπει να παραιτηθείς από βασιλιάς. Να γίνεις καλός χριστιανός και να έρθεις μαζί μου στο αμπέλι, να μάθεις να το φροντίζεις. Θα ζούμε στην καλύβα των γονιών μου και θα φροντίζουμε όλη μέρα τα κλήματα, θα μαζεύουμε τα τσαμπιά και θα τα μοιράζουμε σε όλο τον κόσμο. Ο Ιησούς Χριστός είναι η Άμπελος και οι μαθητές του τα κλήματα. Όπως η κληματόβεργα δεν μπορεί να καρποφορήσει αν κοπεί απ’ το κλήμα, έτσι κι ένα βασίλειο δεν μπορεί να δώσει ωραίους καρπούς και αγαθά έργα αν δεν είναι ενωμένο με τον Χριστό».

Ο βασιλιάς τρόμαξε με αυτά που άκουσε. Να αφήσει το θρόνο του και να πάει να μείνει σε μία καλύβα; Όχι. Δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Έφυγε απ’ το κελί απογοητευμένος. Ο ανόητος βασιλιάς δεν κατάλαβε ότι ο μικρός Γεώργιος ήταν απεσταλμένος του Θεού και πως τα λόγια του εκείνα ήταν το κάλεσμα του ίδιου του Χριστού να τον ακολουθήσει. Για μια ακόμη φορά Του γύρισε την πλάτη.

Βαριά τα βήματα που ανέβαινε τα σκαλιά, απ’ το μπουντρούμι μέχρι την αίθουσα του θρόνου. Εκεί, τον περίμενε ήδη ο λαός, που είχε καταλάβει το παλάτι… Νέος βασιλιά έγινε ο Γεώργιος. Αυτόν έστεψε ο λαός. Και την ημέρα εκείνη δεν την ξέχασε ποτέ κανένας.

Όλα άλλαξαν από τότε. Στο βασίλειο κυβερνούσε η αγάπη και η καλοσύνη. Και ο βασιλιάς Γεώργιος, συνέχισε να μένει σε εκείνη την καλύβα, στο αμπέλι. Εκεί είχε όλα όσα χρειαζόταν.

ΤΕΛΟΣ

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply