Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό χελιδόνι. Ολόκληρη την έρημο είχε διασχίσει και θάλασσες πολλές για να φτάσει μέχρι τη μικρή εκκλησία, όπου με πηλό έφτιαξε τη φωλίτσα του κάτω απ’ το καμπαναριό.

Με όλους είχε γίνει φίλος το χελιδονάκι. Και όλοι το αγαπούσαν πολύ. Και το χαίρονταν όταν σε κάθε Θεία Λειτουργία έμπαινε μέσα στην εκκλησιά και πετούσε πάνω απ’ τους ανθρώπους που προσευχόταν με ευλάβεια.

Το έβλεπαν να στέκετε για λίγο πότε στον πολυέλαιο και πότε πάνω απ’ το καντήλι. Μια φορά, πήγε και στάθηκε πάνω στο ψαλτήρι. Και μια άλλη στο κεφάλι του παπά, που δεν άντεξε και χαμογέλασε, καθώς διάβασε το ευαγγέλιο. Για λίγο έμπαινε κάθε φορά. Φτερούγιζε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη και ύστερα πλησίαζε σαν να ήθελε να πει σε όλους «καλημέρα». Και έφευγε μετά.

Τα παιδιά όταν τέλειωνε η εκκλησία έβγαιναν γρήγορα έξω και έψαχναν να δουν αν είναι στη φωλιά του το χελιδονάκι ή αν κρύβεται κάπου κοντά. Και έτρεχαν γύρω – γύρω από την εκκλησία όταν το έβρισκαν. Του είχαν φτιάξει μάλιστα ένα δοχείο με νερό για να κολυμπά όταν έκανε πολύ ζέστη και φυσικά δίπλα είχαν άφθονη τροφή, με ψίχουλα και στάρι.

Το καλοκαίρι πέρασε όμορφα. Και ήρθε ο καιρός που όλα τα χελιδόνια έπρεπε να φύγουν ξανά για το μεγάλο ταξίδι. Ήδη τα περισσότερα είχαν συγκεντρωθεί στο δασάκι και περίμεναν να φτάσουν και τα τελευταία για να ξεκινήσουν όλα μαζί. Ήξεραν ότι το ταξίδι είναι μεγάλο και δύσκολο. Με πολλούς κινδύνους. Στη θάλασσα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ανέμους και θύελλες, εχθρούς που παραμονεύαν να τα κατασπαράξουν. Και αποστάσεις τεράστιες. Μόνο όλα μαζί τα χελιδόνια θα μπορούσαν να φτάσουν στον προορισμό τους. Κι αν κάποιο δεν άντεχε, θα το φρόντιζαν τα υπόλοιπα, μέχρι να βρουν στεριά να ξαποστάσουν. Να ανακτήσουν δυνάμεις και να ξεκινήσουν ξανά.

Το χελιδονάκι της εκκλησίας, όμως, δεν ήθελε να φύγει. Αγαπούσε τόσο πολύ εκείνο το μέρος! Αγαπούσε τα παιδία που έπαιζαν μαζί του, τον ήχο της καμπάνας, τις ψαλμωδίες που άκουγε και ένοιωθε τόσο ευτυχισμένο. Το αποφάσισε. Θα έμενε εκεί. Και θα περίμενε μέχρι να έρθει η επόμενη άνοιξη, να γυρίσουν οι φίλοι του τα χελιδόνια. «Πείτε στους άλλους να μην με περιμένουν. Θα μείνω εδώ», ενημέρωσε την τελευταία ομάδα των ταξιδευτών που πήγαιναν κι αυτοί προς το δασάκι, να ενωθούν με τα υπόλοιπα χελιδόνια.
«Μα αυτό είναι τρέλα. Δεν μπορείς να μείνεις. Θα έρθει ο βαρύς χειμώνας και δεν θα αντέξεις εδώ. Πρέπει να φύγουμε όλοι. Είμαστε χελιδόνια και εμείς τα χελιδόνια έτσι κάνουμε κάθε φορά. Έλα. Ακολούθησέ μας», του είπε ο αρχηγός της ομάδας. Το χελιδονάκι έσκυψε για λίγο το κεφάλι. Και μετά κοίταξε προς το καμπαναριό, εκεί που είχε τη φωλιά του. «Θα μείνω. Μην ανησυχείτε για ‘μένα, θα είμαι καλά», είπε και πέταξε προς την εκκλησία.
Απ’ το καμπαναριό έβλεπε όλα τα χελιδόνια να ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι. Δεν μπορούσαν να περιμένουν. Είχαν ήδη καθυστερήσει και ο χειμώνας πλησίαζε. Όλα στεναχωρήθηκαν που το μικρό χελιδονάκι της εκκλησίας δεν θα πήγαινε μαζί τους, δεν είχαν, όμως, άλλη επιλογή. Ο αρχηγός είχε στείλει αγγελιοφόρους να το μεταπείσουν, άπραγοι, όμως, επέστρεψαν κι εκείνοι. Τώρα έπρεπε να σεβαστούν την απόφασή του.
Καθώς ανέβαιναν ψηλά για το μεγάλο ταξίδι, ένα – ένα τα χελιδόνια γύριζαν το κεφάλι και κοίταζαν προς το καμπαναριό της εκκλησίας, σαν να του έλεγαν «αντίο». Ήξεραν ότι το χελιδονάκι ήταν εκεί και τους κοιτούσε. Όταν πια χάθηκαν απ’ τον ορίζοντα, το χελιδονάκι της εκκλησίας άρχισε να σκέφτεται τι πρέπει να κάνει για να αντέξει το χειμώνα. Και έπιασε αμέσως δουλειά.

Με πηλό άρχισε να φτιάχνει δεύτερο και μετά τρίτο περίβλημα στη φωλιά του, για να αντέξει το κρύο που θα ερχόταν και δίπλα έχτισε ένα ακόμη δωμάτιο, που θα το γέμιζε με τροφή. Ήταν σίγουρο το χελιδονάκι ότι θα τα καταφέρει.
Ο χειμώνας, όμως, ήρθε με ορμή. Η φωλιά είχε παγώσει και το χελιδονάκι έτρεμε. Τα τρόφιμα τελείωσαν και τώρα δεν μπορούσε να πετάξει για να βρει νέα τροφή. Ήξερε ότι δεν θα αντέξει για πολύ ακόμη και σκεφτόταν ότι έκανε λάθος που έμεινε πίσω και δεν ακολούθησε τα άλλα χελιδόνια.

Τίποτα δεν του έλειπε πια, παρά να κλείσει τα μάτια και να περιμένει να παγώσει κι αυτό… Κρύωνε ανυπόφορα, πεινούσε πολύ και έκλαιγε, όταν ένιωσε τη ζεστασιά από ένα χέρι να το τυλίγει με στοργή.
Ήταν το χέρι του παπά, που είχε πάρει την μεγάλη ξύλινη σκάλα και είχε ανέβει ψηλά μέχρι το καμπαναριό, για να σώσει το χελιδονάκι της εκκλησίας.

Άνοιξε τη φωλιά του και με προσοχή το πήρε στη χούφτα του. Με την πνοή του προσπάθησε να το ζεστάνει λίγο. Και με προσοχή κατέβηκε τα σκαλιά. Μπήκε γρήγορα – γρήγορα στην εκκλησία και άφησε το χελιδονάκι ανάμεσα στα αναμμένα κεράκια για να ζεσταθεί.

«Εδώ θα μείνεις», του είπε. «Ο Ιησούς Χριστός σώζει. Αγάπησες πολύ την εκκλησία. Κανείς δεν θα χαθεί όταν μετέχει στην εκκλησία του Χριστού. “Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα”, είπε ο Κύριος. Εδώ θα μείνεις, μέχρι να έρθουν ξανά τα χελιδόνια».
Και ήρθαν ξανά τα χελιδόνια. Και έκαναν μεγάλη γιορτή που είδαν το χελιδονάκι της εκκλησίας να είναι χαρούμενο στο καμπαναριό και να τα περιμένει.

ΤΕΛΟΣ



