Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Σάββα. Η ζωή του δεν έμοιαζε καθόλου με τη συνηθισμένη ζωή των άλλων παιδιών. Ο Σάββας ζούσε στο νοσοκομείο. Εκεί ήταν το σπίτι του, εκεί ο κόσμος του όλος. Εκεί είχε γεννηθεί και εκεί είχε μεγαλώσει. Και ήταν τώρα 10 χρονών.

Οι μέρες άρχισαν να περνούν. Και οι εξετάσεις του Σάββα ήταν κάθε φορά και καλύτερες. Τρεις μήνες μετά, το μωρό όχι μόνο δεν είχε πεθάνει, αλλά ήταν εντελώς καλά στην υγεία του. Όλοι μίλησαν για θαύμα. Ο διοικητής βάπτισε το παιδί στο εκκλησάκι του νοσοκομείου, σε μια συγκινητική τελετή, παρουσία όλου του προσωπικού, που, εν τω μεταξύ, είχε από κοινού «υιοθετήσει» τον Σάββα.

Το σχολείο ήταν σχεδόν απέναντι απ’ το νοσοκομείο και ο Σάββας ήταν πολύ επιμελής. Κάθε πρωί τον ετοίμαζε και τον συνόδευε διαφορετική νοσοκόμα, κάτι που έμοιαζε με παιχνίδι.

Στον ελεύθερό του χρόνο ο Σάββας πήγαινε στα δωμάτια των ασθενών για να τους κάνει παρέα και να τους βοηθήσει, αν τυχόν ήθελαν κάτι. Πήγαινε και στα γραφεία των ιατρών, που πάντα τον δέχονταν με καλοσύνη. Κάθονταν ήσυχα σε μια ακρούλα και άκουγε.

Με υποτροφία και με τα πρόσθετα έξοδα πάντα να τα καλύπτει το νοσοκομείο, ο Σάββας πήγε στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου να σπουδάσει ιατρική. Αρίστευσε. Ταυτόχρονα σπούδασε θεολογία και λίγο αργότερα χειροτονήθηκε, μάλιστα, ιερέας.





«…σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε», είπε ο π. Σάββας και του έκλεισε τα μάτια.



