Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πόλη, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Σάββα. Η ζωή του δεν έμοιαζε καθόλου με τη συνηθισμένη ζωή των άλλων παιδιών. Ο Σάββας ζούσε στο νοσοκομείο. Εκεί ήταν το σπίτι του, εκεί ο κόσμος του όλος. Εκεί είχε γεννηθεί και εκεί είχε μεγαλώσει. Και ήταν τώρα 10 χρονών.

Όταν γεννήθηκε ο Σάββας, οι γιατροί είπαν ότι έπασχε από μια σπάνια, ανίατη ασθένεια. Θεώρησαν, μάλιστα, ότι δεν θα ζήσει περισσότερο από 2 – 3 μήνες και αυτό μόνο με την αυξημένη φροντίδα του νοσοκομείου και τη διαρκή παρακολούθηση των γιατρών. Οι γονείς του εκλέγαν απαρηγόρητα όταν τους ενημέρωσαν. Και δυο μέρες μετά, σαν τους κλέφτες έφυγαν μέσα στη νύχτα. Η αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να τους βρει. Έτσι ο Σάββας έμεινε μόνος του σε ένα απομονωμένο δωμάτιο, με διάφορα μηχανήματα και με γιατρούς και νοσοκόμες να μπαινοβγαίνουν ανά διαστήματα.

Οι μέρες άρχισαν να περνούν. Και οι εξετάσεις του Σάββα ήταν κάθε φορά και καλύτερες. Τρεις μήνες μετά, το μωρό όχι μόνο δεν είχε πεθάνει, αλλά ήταν εντελώς καλά στην υγεία του. Όλοι μίλησαν για θαύμα. Ο διοικητής βάπτισε το παιδί στο εκκλησάκι του νοσοκομείου, σε μια συγκινητική τελετή, παρουσία όλου του προσωπικού, που, εν τω μεταξύ, είχε από κοινού «υιοθετήσει» τον Σάββα.

Το δωμάτιο που είχε παραχωρήσει ο διοικητής ήταν γεμάτο παιχνίδια και μέρα δεν περνούσε χωρίς όλοι οι εργαζόμενοι να πάνε, έστω για δυο λεπτά, να δουν το παιδί και να του πουν ένα καλό λόγο. Ο Σάββας είχε όλα όσα χρειαζόταν εκεί: φαγητό απ’ τα μαγειρεία του νοσοκομείου, καθαρά ρούχα, πάντα ζεστό νερό για το μπάνιο του και όλα τα βιβλία και τα τετράδια που ήθελε για το σχολείο, όταν ήρθε η ώρα να γίνει μαθητής.

Το σχολείο ήταν σχεδόν απέναντι απ’ το νοσοκομείο και ο Σάββας ήταν πολύ επιμελής. Κάθε πρωί τον ετοίμαζε και τον συνόδευε διαφορετική νοσοκόμα, κάτι που έμοιαζε με παιχνίδι.

Και στο διάβασμα, είχε επίσης πολλές νοσοκόμες που τον βοηθούσαν, ανάλογα με τη βάρδια που είχαν. Τίποτα δεν του έλειπε. Δεχόταν τόση αγάπη και φροντίδα στο νοσοκομείο, που ένοιωθε τυχερός και ευτυχισμένος. Ήξερε, βέβαια, ότι οι γονείς του τον είχαν εγκαταλείψει όταν γεννήθηκε και μερικές φορές σκεφτόταν πως θα ήταν η ζωή του αν δεν είχε γίνει αυτό. Πως θα ήταν αν είχε μια μαμά αντί για όλες τις νοσοκόμες. Και συχνά πήγαινε στο εκκλησάκι για να προσευχηθεί. Ζητούσε απ’ την Παναγία να έχει καλά τους γονείς του κι ας μην τους είχε γνωρίσει ποτέ. Κατά βάθος ήθελε μια μέρα να γυρίσουν. Να το μετανιώσουν και να έρθουν να τον πάρουν. Γνώριζε, όμως, ότι αυτό μάλλον δεν θα γίνει ποτέ.

Στον ελεύθερό του χρόνο ο Σάββας πήγαινε στα δωμάτια των ασθενών για να τους κάνει παρέα και να τους βοηθήσει, αν τυχόν ήθελαν κάτι. Πήγαινε και στα γραφεία των ιατρών, που πάντα τον δέχονταν με καλοσύνη. Κάθονταν ήσυχα σε μια ακρούλα και άκουγε.

Είχε δει και είχε ακούσει τόσα πολλά, που στο Γυμνάσιο ήξερε περισσότερα από έναν τελειόφοιτο φοιτητή ιατρικής. Οι γιατροί πια τον είχαν ως βοηθό τους. Και με λεπτομέρειες του εξηγούσαν γιατί στη μια περίπτωση πρέπει να χορηγήσουν το ένα φάρμακο και στο άλλο περιστατικό πρέπει να κάνουν τη μια ή την άλλη εξέταση. Στο λύκειο πια, μετά το σχολείο, ο Σάββας είχε σχεδόν αναλάβει καθήκοντα! Πολλές φορές ήταν μάλιστα αυτός που υποδεχόταν τον ασθενή και έκανε την πρώτη διάγνωση, ενημερώνοντας μετά τους γιατρούς για τα συμπτώματα και την κλινική εικόνα. Ποτέ δεν είχε κάνει λάθος…

Με υποτροφία και με τα πρόσθετα έξοδα πάντα να τα καλύπτει το νοσοκομείο, ο Σάββας πήγε στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου να σπουδάσει ιατρική. Αρίστευσε. Ταυτόχρονα σπούδασε θεολογία και λίγο αργότερα χειροτονήθηκε, μάλιστα, ιερέας.

Και ως παππάς – γιατρός πια, επέστρεψε στο νοσοκομείο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Εκεί όπου άνηκε. Την ημέρα εκείνη στο νοσοκομείο έγινε μεγάλη γιορτή. Όλοι ένοιωθαν ότι επέστρεψε το δικό τους παιδί. Συγκινημένος ο Σάββας τους αγκάλιασε όλους όταν έφτασε στον διοικητή ζήτησε μόνο μια χάρη: τον μισθό που δικαιούταν απ’ το κράτος, ως εργαζόμενος πια στο νοσοκομείο, να τον κρατά και να δίνει τα χρήματα σε ασθενείς που δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν τα φάρμακα που χρειαζόταν.

Παρακάλεσε ακόμα, αν γινόταν, να συνέχιζε να μένει σε εκείνο το δωμάτιο και να σιτίζεται απ’ το φαγητό που πάντα περίσσευε απ’ τους ασθενείς. Έτσι, δεν θα είχε καθόλου έξοδα. Και θα προσέφερε εκτός νοσοκομείου τις ιατρικές του υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο αδιακρίτως, χωρίς να αμείβεται. Ανέλαβε, παράλληλα, να τελεί κάθε Κυριακή τη Θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι του νοσοκομείου. Αυτό ήθελε να κάνει ο π. Σάββας. Και αυτό έκανε.

Στο εκκλησάκι πλέον πήγαιναν όσοι ασθενείς μπορούσαν να μετακινηθούν, όλοι οι συνοδοί τους, το προσωπικό του νοσοκομείου, αλλά και πλήθος κόσμου που ήθελε να πάρει την ευχή και την ευλογία του π. Σάββα. Η φήμη του είχε φτάσει σε όλη τη χώρα. Και ο ίδιος δεν ξεκουραζόταν καθόλου. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια, εξέταζε όλους τους ασθενείς.

Και με πολύ αγάπη φρόντιζε εκτός απ’ το σώμα να ιάνει και την ψυχή τους, με λόγια παρηγοριάς και ενθάρρυνσης. Με το λόγο του Θεού. Τους έδινε, μάλιστα, μια εικόνα των Αγίων Αναργύρων και τους Σωτήρος Χριστού, που στο κάτω μέρος έγραφε: «Εγώ είμαι ο Θεραπεύων σε». Και πριν φύγει, διάβαζε πάντα μια ευχή. Αν είχε πολλούς ασθενείς να δει και δεν προλάβαινε, θα πήγαινε την επομένη ημέρα να τελέσει και τον αγιασμό.

Μια ημέρα, ενώ ο π. Σάββας εξέταζε κάποιον ασθενή, δέχθηκε ένα επείγον τηλεφώνημα απ’ το νοσοκομείο. Στον αυτοκινητόδρομο έξω απ’ την πόλη είχε γίνει ένα τροχαίο δυστύχημα. Η ηλικιωμένη συνοδηγός ανασύρθηκε νεκρή, ενώ ο οδηγός, μάλλον ο σύζυγός της, ήταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Του είχαν ήδη χορηγήσει ισχυρά φάρμακα για να μην πονάει. Είχε μεν τις αισθήσεις του, αλλά τα τραύματά του ήταν τόσο σοβαρά, που μόνο για λίγη ώρα θα άντεχε ακόμη.

Ο άνδρας εκείνος ζήτησε να εξομολογηθεί και να Κοινωνήσει. Είπε πως έφερε μεγάλο βάρος στην ψυχή του και πριν συναντήσει τον Κύριο ήθελε να ζητήσει συγχώρεση. Ο π. Σάββας κατάλαβε αμέσως ότι το παιδί που ο άνδρας εκείνος έλεγε ότι εγκατέλειψε σε αυτό το νοσοκομείο, ήταν ο ίδιος. Τον πατέρα του εξομολογούσε. Και η μητέρα του ήταν στον διπλανό θάλαμο νεκρή.

«…σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε», είπε ο π. Σάββας και του έκλεισε τα μάτια.

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply