Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, πέρα απ’ τη θάλασσα και πίσω απ’ τα ψηλά βουνά, βαθιά μέσα στο δάσος, ξεχασμένο απ’ τους ανθρώπους, ήταν ένα παλιό μοναστήρι.


Τέτοια έλεγαν. Κι ακόμη ότι οι ψυχές των μαχητών που πολέμησαν στο πλευρό του τελευταίου βασιλιά ζουν στο δάσος και περιμένουν ξανά το βασιλιά να τους καθοδηγήσει στην τελική αναμέτρηση. Πολλοί θρύλοι υπήρχαν για εκείνο το μοναστήρι, που ήταν περιτοιχισμένο και έμοιαζε με κάστρο.
Στην κεντρική πύλη, σαν φρουρός, υπήρχε ένα μεγάλο άγαλμα. Η μορφή του έμοιαζε με του Χριστού, ο θρύλος, όμως, έλεγε ότι παριστάνει τον βασιλιά. Η επιγραφή, κάτω απ’ το πόδια του, πάντως, έγραφε: «εγώ ειμι η θύρα· δι ἐμοῦ εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και το λάβαρο που ανέμιζε δίπλα του, ήταν το «Ἐν τούτῳ νίκα».


Κι όταν απέτυχαν όλα τα τεχνάσματα, απλώς το άφησαν να ξεχαστεί. Διέκοψαν τις προσβάσεις, μετέφεραν τους κοντινούς οικισμούς σε άλλες περιοχές, έσβησαν απ’ τα βιβλία όλες τις αναφορές, διέκοψαν κάθε επαφή και επικοινωνία, έστρεψαν τους ανθρώπους σε άλλες Μονές και άφησαν το παλιό εκείνο μοναστήρι στη λήθη και στη φθορά του χρόνου, στη μέση του πουθενά, να ξεχαστεί και να σβήσει απ’ τη μνήμη και την ψυχή των ανθρώπων.

Μέχρι που, μια μέρα, κάποιος πήγε στην πόλη και αφηγήθηκε ότι στο κυνήγι, στο δάσος, είχε τραυματιστεί πέφτοντας σε μια χαράδρα, μέχρι που τον βρήκε ένας μοναχός και τον μετέφερε στο μοναστήρι. Είπε μάλιστα ότι εκεί έμεινε αρκετές ημέρες και πως τον φρόντιζαν οι μοναχοί, ώστε να ανακτήσει τα δυνάμεις του και να μπορέσει να φύγει ξανά, να επιστρέψει στην οικογένειά του.



Το μοναστήρι, όμως, ήταν εκεί. Μόνο που δεν μπορούσε να το δει ο καθένας. Το έβλεπαν μόνο όσοι πίστευαν βαθιά. Για αυτούς μόνο υπήρχε. Και ήταν αληθινό, όσο και το κρασί που έπιναν στην τράπεζα με τους καλόγερους, όσο και η δύναμη που αντλούσαν κάθε φορά που πήγαιναν εκεί.





Μια συμβολική προσφορά για το εξαιρετικό έργο σου!!!