Το βασίλειο που δεν είχε παιδιά

 

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια χώρα στην οποία δεν υπήρχαν καθόλου παιδιά. Κλάμα μωρού είχε να ακουστεί πάνω από σαράντα χρόνια. Παιδικές χαρές δεν υπήρχαν πια και όλα τα σχολεία ήταν ερμητικά κλειστά.

Ο βασιλιάς σε εκείνη τη χώρα είχε πολλά πάθη και οι υπήκοοί του δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Εκείνος το γνώριζε καλά και για αυτό δεν εμπιστευόταν κανέναν. Ούτε τους συμβούλους του εμπιστευόταν ούτε καν τη βασίλισσα ή τον διάδοχο πρίγκιπα, που ήταν ήδη μεσήλικας και τον είχε εξορίσει, καθώς φοβόταν ότι ήθελε να του πάρει το θρόνο.

Ο βασιλιάς δεν σέβονταν τους νόμους που ο ίδιος είχε θεσπίσει και έδειχνε μεγάλη ασέβεια ακόμη και στα ιερά και όσια της χώρας του. Και ενώ ο ίδιος παραβίαζε κάθε κανόνα, ήταν πολύ αυστηρός με τους υπηκόους του, όταν εκείνοι έκαναν κάποιο σφάλμα ή παρανομία. Δεν συγχωρούσε κανέναν. Αντιθέτως, τιμωρούσε με την πιο σκληρή ποινή όποιον οι σύμβουλοι έφερναν ενώπιών του για να δικαστεί. Δεν συγχωρούσε, όμως, ούτε τη βασίλισσα, που κι αυτή απομονωμένη την είχε σε ένα δωμάτιο στο παλάτι, ούτε τους συμβούλους του, που κάθε τόσο τους αντικαθιστούσε με νέους, αφού σε αυτούς έριχνε πάντα την ευθύνη για ότι στραβό συνέβαινε στο βασίλειο.

Όταν οι γυναίκες σταμάτησαν να γεννάνε παιδιά, θεώρησε πως κάποια συνομωσία εναντίων του είναι και έβγαλε διαταγή σε εννέα μήνες όλες οι παντρεμένες γυναίκες που ήταν σε αναπαραγωγική ηλικία να τεκνοποιήσουν. Μάταια, όμως. Μετά έδωσε κίνητρα. Εξήγγειλε πως σε κάθε εγκυμονούσα θα έδινε, από τον πρώτο μήνα της κυοφορίας της, αρκετά χρήματα και θέση στο παλάτι, αν το επιθυμούσαν. Καμία απ’ τις γυναίκες στο βασίλειο, όμως, δεν ζήτησε το επίδομα. Έπειτα, θορυβημένος ο βασιλιάς, απείλησε πως όποια γυναίκα δεν μείνει έγκυος τους επόμενους δυο μήνες, θα τιμωρηθεί σκληρά, με δυσβάσταχτο πρόστιμο, με απώλεια εργασίας για αυτήν και τον σύζυγό της, μέχρι και με ποινή φυλάκισης.

Όμως και πάλι, τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο βασιλιάς ήταν σε απόγνωση. Έπρεπε τώρα να τιμωρήσει όλες της γυναίκες στο βασίλειο, ήξερε, όμως, ότι αυτό δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Ήξερε ότι η χώρα του γερνά και αργοπεθαίνει. Έψαξε, ρώτησε, ζήτησε βοήθεια από σοφούς και από άλλους βασιλιάδες. Κανείς δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσει. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, πουθενά στον κόσμο ολόκληρο. Ήρθαν ειδικοί και εξέτασαν τις γυναίκες, για να διαπιστώσουν ότι κανένα πρόβλημα υγείας δεν υπάρχει. Έκαναν αναλύσεις στο νερό, στον αέρα, στα τρόφιμα. Απαντήσεις, όμως, δεν πήραν. Το θέμα έφτασε να συζητηθεί σε διεθνείς συνελεύσεις, όμως, συμπέρασμα δεν μπορούσε να βγει. Τώρα ο βασιλιάς δεν είχε τι άλλο να κάνει, παρά να βλέπει σιγά – σιγά τη χώρα του να ερημώνει. Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Και ήταν αμείλικτος.

Ένα πρωί, άκουσε φωνές, μουσικές και τραγούδια. Έτρεξε στο παράθυρο να δει τι συμβαίνει. Κόσμος πολύς ήταν συγκεντρωμένος και όλοι έδειχναν να χορεύουν αγκαλιασμένοι και να τραγουδάνε δυνατά. «Μα, τι σημαίνουν όλα αυτά;», αναρωτήθηκε. Φόρεσε γρήγορα τη βασιλική του στολή, έβαλε το μεγάλο στέμμα στο κεφάλι και πήγε να δει από κοντά. Όταν πλησίασε αρκετά, αιφνιδιάστηκε: Ήταν ένα παιδί. Και γύρω του, σε έναν μεγάλο κύκλο, όλος ο κόσμος να χορεύει και να τραγουδά. Ήταν ένα παιδί δώδεκα μόλις ετών, με ξανθά, κάπως μακριά μαλλάκια και καταγάλανα μάτια.

«Ποιανού είναι αυτό το παιδί; Πως βρέθηκε εδώ;», ρώτησε ο βασιλιάς τον πρώτο άνθρωπο που βρήκε μπροστά του. «Δεν ξέρουμε βασιλιά μου. Απλώς το είδαμε να περπατά μόνο του και μαζευτήκαμε. Έχουμε τόσα χρόνια να δούμε παιδί….», είπε εκείνος. Ο βασιλιάς πλησίασε. Το πλήθος τον είδε και οι χοροί σταμάτησαν. Ένας διάδρομος άνοιξε ανάμεσά τους, που οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο παιδί. Με αργά βήματα ο βασιλιάς προχώρησε. Στάθηκε μπροστά στο παιδί και με τη βραχνή του φωνή, ρώτησε: «Ποιος είσαι; Τι θέλεις εδώ; Πως ήρθες;». Το παιδί δεν μιλούσε. Κοίταζε τους ανθρώπους γύρω του, που με αγωνία περίμεναν κι εκείνοι να ακούσουν. Χαμογέλασε. Θυμωμένος ο βασιλιάς ξαναρώτησε: «Ποιος είσαι; Θα μου πεις επιτέλους;».

«Με λένε Ραφαήλ και είμαι εδώ για να μεταφέρω τις προσευχές αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων και να ιάνω το βασίλειο απ’ την μεγάλη αρρώστια», είπε το παιδί. Και πριν προβάλει ο βασιλιάς να μιλήσει, σήκωσε το χέρι προς το μέρος του και του είπε: «Η αρρώστια είσαι εσύ βασιλιά. Εσύ είσαι και η θεραπεία. Ο μόνος τρόπος για να ξαναγεννηθούν παιδιά σε αυτό το βασίλειο, είναι να γίνεις ο ίδιος παιδί. Να μάθεις να συγχωρείς. Να έχεις πίστη και υπακοή». Αυτά είπε ο Ραφαήλ και με το χέρι του άγγιξε τον βασιλιά.

Εκείνος τότε θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια. Ολοζώντανα έβλεπε ξανά μπροστά του εικόνες από τότε που ήταν μικρός και συνέχεια ρωτούσε τον γέρο – βασιλιά πατέρα του για διάφορα πράγματα και πάντα πίστευε αυτό που του απαντούσε. Κι αν κάποιες φορές μπορεί να μη συμφωνούσε και πολύ, έκανε πάντα το θέλημά του. Είχε πίστη και υπακοή. Και καμία κακία δεν κρατούσε, όταν κάποιες φορές ο πατέρας του γινόταν δυσάρεστος. Μετά από λίγο ο Ραφαήλ τράβηξε το χέρι του. «Αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Αυτά είπε και χάθηκε μέσα στο πλήθος.

Από εκείνη την ημέρα κανείς δεν ξαναείδε τον Ραφαήλ. Όλα, όμως, είχαν αλλάξει. Ο βασιλιάς, σαν να ξαναγεννήθηκε εκείνη τη μέρα, έγινε ένας άλλος άνθρωπος, ένας άλλος βασιλιάς. Είχε πίστη τους υπηκόους του, υποταγή στους νόμους και μια μεγάλη καρδιά, που όλους τους συγχωρούσε και μόνο αγάπη έδινε σε όλο τον κόσμο. Είχε πια πίστη και υποταγή στο Θεό. Και ποτέ ξανά δεν ξέχασε πως κάποτε ήταν κι αυτός ένα παιδί. Στο βασίλειο τώρα υπήρχαν πολλά παιδιά και ο βασιλιάς, έχοντας δώσει το σκήπτρο της εξουσίας στον γιό του, είχε πολύ ελεύθερο χρόνο για να βρίσκεται κοντά τους και να τους διηγείται όμορφες ιστορίες.

ΤΕΛΟΣ

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply