Το βιολογικό αγρόκτημα
Μια φορά κι έναν καιρό, έπεσε απ’ τον ουρανό ένα μικρό μυρμηγκάκι. Το καημένο, είχε τρυπώσει μέσα σε ένα τρύπιο καρύδι για να πάρει όση μπορούσε να κουβαλήσει απ’ την ψίχα να την πάει στη φωλιά του, όταν ένα μεγάλο αρπαχτικό πουλί όρμησε και με τα μεγάλα γαμψά του νύχια πήρε ψηλά στον ουρανό το καρύδι, χωρίς να ξέρει ότι μέσα ήταν ο κυρ-Γιάννης, το μικρό μυρμήγκι.

Το καρύδι έπεσε πολύ μακριά από το σημείο που ο κυρ-Γιάννης είχε τρυπώσει σ’ αυτό. Προσγειώθηκε στην άκρη του καινούριου δρόμου και ευτυχώς, έπεσε στο μαλακό χορτάρι που είχε φυτρώσει εκεί. Κύλησε όλη την κατηφόρα και σταμάτησε μόνο όταν βρέθηκε μπροστά του μια μεγάλη πέτρα.


Δεν άργησε να φτάσει. Χρειάστηκε μόνο 18 ημέρες, 7 ώρες και 24 λεπτά. Τη στιγμή, όμως, που έκανε το μεγάλο βήμα για να περάσει απ’ τον ξερότοπο στο καταπράσινο λιβάδι, βαθιά μέσα στο ήξερε ότι εκεί θα είναι το καινούριο του σπίτι. Για πάντα.
Ήταν πολύ χαρούμενος. Ανυπομονούσε να συναντήσει τα άλλα έντομα, να γνωρίσει τα ζώα της φάρμας, να εξερευνήσει κάθε σπιθαμή σ’ αυτόν τον παράδεισο. Το χορτάρι, όμως, ήταν φρέσκο και δροσερό, οι σπόροι παντού γύρω του και …μετά από όλη αυτή την περιπέτεια, πεινούσε λιγάκι. Και έφαγε πολύ! Τόσο, που με δυσκολία πια περπατούσε.
Σκέφτηκε έτσι να ξαποστάσει για λίγο. Και βρήκε το πιο απαλό μέρος για να ξεκουραστεί. Στην αρχή δεν κατάλαβε ότι εκείνο το τόσο αναπαυτικό γιγάντιο μαξιλάρι ήταν η ουρά ενός νεογέννητου μοσχαριού. Όταν, όμως, το μοσχαράκι σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει πίσω απ’ τη μαμά του, ο μικρός μας φίλος, ο κυρ-Γιάννης το μυρμήγκι, συνειδητοποίησε πως μόλις απέκτησε τον καλύτερο ξεναγό, που γρήγορα και κυρίως ξεκούραστα, θα τον πήγαινε βόλτες σε όλο το αγρόκτημα.

Έτσι, ύστερα από λίγο, ο κυρ-Γιάννης έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε απ’ το μοσχαράκι. Περπάτησε μέχρι το σημείο που είχε εντοπίσει νωρίτερα και άρχισε να σκάβει για να φτιάξει τη φωλιά του.
Ξαφνικά, όπως έσκαβε, το έδαφος άρχισε να κινείται. Τρόμαξε πολύ. Και ακόμη περισσότερο όταν είδε μέσα απ’ τη γη να πετάγεται ένα τεράστιο τρωκτικό. Ευτυχώς, ήταν ο τυφλοπόντικας του αγροκτήματος και είχε πολύ φιλικές διαθέσεις.

«Καλησπέρα και σε εσάς κύριε τυφλοπόντικα», του απάντησε με σιγανή, σχεδόν τρεμάμενη φωνή ο κυρ-Γιάννης το μυρμήγκι. «Μάλιστα, σήμερα ήρθα και προσπαθώ να φτιάξω τη φωλιά μου. Μήπως εσείς που είστε τόσο μεγάλος και που με τόση άνεση σκάβετε το χώμα, μπορείτε να με βοηθήσετε λιγάκι;», ρώτησε.
«Μα, φυσικά. Βέβαια», του απάντησε ο τυφλοπόντικας. Και με μιας άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στο έδαφος και χώθηκε μέσα. «Έλα, ακολούθησέ με», ακούστηκε η φωνή του απ’ το βάθος.


Ο κυρ-Γιάννης το μυρμήγκι άκουγε αποσβολωμένος. «Μα, αν είναι αλήθεια όλα αυτά, γιατί δεν την σηκώνεις εσύ αυτή την πέτρα;», ρώτησε.
Και ο τυφλοπόντικας του εξήγησε πως κάποτε αυτός ήταν άνθρωπος και είχε φτιάξει ένα μεγάλο, όμορφο αγρόκτημα, με πάρα πολλά ζώα. Ζώα, όμως, που τα έσφαζε για να τα πουλήσει στον χασάπη. Κέρδιζε πολλά χρήματα. Και όσο περισσότερα κέρδιζε, τόσο μεγάλωνε η απληστία του.
«Ώσπου, μια μέρα, τα ζώα αποφάσισαν να με εκδικηθούν. Έφυγαν κρυφά απ’ το αγρόκτημα και πήγαν μόνα τους στον χασάπη. Αυτός ήταν αδίστακτος. Τα έσφαξε όλα εκείνη την μέρα. Το ένα μετά το άλλο. Και οι ψυχές τους μπήκαν σε αυτή την πέτρα, που όταν πήγα στον χασάπη να διαμαρτυρηθώ μου την πέταξε στο κεφάλι. Και τότε έγινα τυφλοπόντικας. Έτσι θα ζήσω όσα χρόνια μου απομένουν. Δεν είμαι άξιος να σηκώσω εγώ αυτή την πέτρα. Και να το κάνω, δηλαδή, τίποτα δεν θα συμβεί. Πρέπει να τη σηκώσει ένας αθώος. Ένα μυρμηγκάκι, ας πούμε, με καλή καρδιά. Που να αγαπάει αληθινά τα ζώα και το αγρόκτημα. Έλα, …δοκίμασε», είπε και με το χέρι του απαλά έσπρωξε τον κυρ-Γιάννη το μυρμήγκι προς την φωτεινή πέτρα.


Ο κυρ-Γιάννης δεν τον ξαναείδε από τότε. Κάθε βράδυ, όμως, άφηνε για τον φίλο του τον τυφλοπόντικα ένα μεγάλο κομμάτι φρέσκο, βιολογικό τυρί σε εκείνο το σημείο.

ΤΕΛΟΣ



