Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, πέρα απ’ τη θάλασσα και πίσω απ’ τα ψηλά βουνά, βαθιά μέσα στο δάσος, ξεχασμένο απ’ τους ανθρώπους, ήταν ένα παλιό μοναστήρι.

Εκεί ζούσαν ήσυχα οι μοναχοί, με νηστεία και με προσευχή. Το μοναστήρι είχε χτιστεί αιώνες πριν απ’ τον μεγάλο βασιλιά. Οι εποχές, όμως, άλλαξαν. Και οι συνήθειες των ανθρώπων. Τόσο πολύ, που σχεδόν αγνοούσαν πια και την ύπαρξη του μοναστηριού. Ξεχασμένοι απ’ όλους πια οι καλόγεροι, καμία επικοινωνία δεν είχαν με τον «έξω κόσμο». Παρήγαγαν μόνοι τους όλα όσα χρειαζόταν για να ζήσουν και μόνοι τους συντηρούσαν το μοναστήρι, που χρειαζόταν συνεχώς διάφορες επισκευές. Το δάσος τους έδινε τα υλικά που είχαν ανάγκη. Και κάθε καλόγερος ήξερε τι πρέπει να κάνει. Πολλοί ήταν γεωργοί, άλλοι τεχνίτες, άλλοι συντηρητές.

Τα χρόνια περνούσαν και σπάνια πια εμφανίζονταν κάποιος ταξιδιώτης στη μεγάλη πύλη του μοναστηριού. Ακόμη πιο σπάνια θα πήγαινε κάποιος να γίνει μέλος της μοναστικής κοινότητας. Πάντως, από όσους πήγαν σε εκείνο το μοναστήρι, δεν βρέθηκε ούτε ένας που να θέλησε να φύγει. Υπήρχαν πολλές ιστορίες και θρύλοι για εκείνο το μοναστήρι. Κάποιοι έλεγαν ότι εκεί είχε βρει καταφύγιο o τελευταίος αυτοκράτορας, που δεν είχε σκοτωθεί στη μάχη, αλλά διέφυγε και έγινε μοναχός. Έλεγαν, μάλιστα, ότι οι απόγονοί του εξακολουθούν να κρύβονται στο μοναστήρι και πως μια μέρα των ημερών η αυτοκρατορία θα αναστηθεί. Άλλοι έλεγαν πως θα αναστηθεί ο ίδιος ο βασιλιάς, που είχε σκοτωθεί στη μάχη και που η σωρός του φυλάσσονταν στο μοναστήρι.

Τέτοια έλεγαν. Κι ακόμη ότι οι ψυχές των μαχητών που πολέμησαν στο πλευρό του τελευταίου βασιλιά ζουν στο δάσος και περιμένουν ξανά το βασιλιά να τους καθοδηγήσει στην τελική αναμέτρηση. Πολλοί θρύλοι υπήρχαν για εκείνο το μοναστήρι, που ήταν περιτοιχισμένο και έμοιαζε με κάστρο.

Στην κεντρική πύλη, σαν φρουρός, υπήρχε ένα μεγάλο άγαλμα. Η μορφή του έμοιαζε με του Χριστού, ο θρύλος, όμως, έλεγε ότι παριστάνει τον βασιλιά. Η επιγραφή, κάτω απ’ το πόδια του, πάντως, έγραφε: «εγώ ειμι η θύρα· δι ἐμοῦ εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και το λάβαρο που ανέμιζε δίπλα του, ήταν το «Ἐν τούτῳ νίκα».

Περνώντας την κεντρική πύλη, υπήρχε μια στοά. Στο βάθος έβλεπε κανείς το καθολικό του μοναστηριού. Δεξιά και αριστερά, υπήρχαν εντοιχισμένα μικρότερα στο μέγεθος, πανομοιότυπα όμως στη μορφή αγάλματα. Στο ένα η επιγραφή έλεγε «εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή», στο άλλο «εγώ ειμι το φως του κόσμου». Κι όσο περπατούσε κανείς έβλεπε τα αγάλματα αυτά με επιγραφές όπως «εγώ ειμι ο πρώτος και ο έσχατος και ο ζων», «εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή», «εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός», «Εγώ ειμι το Α και το Ω», «εγώ ειμι ο άρτος ο ζων», «εγώ ειμι ο μαρτυρών περί εμαυτού», «εγώ ειμι η άμπελος η αληθινή».

Οι άνθρωποι είχαν πια αποκοπεί από τις παραδόσεις τους και είχαν σχεδόν ξεχάσει εντελώς το μοναστήρι. Είχαν τα δικά τους προβλήματα, τον καθημερινό τους αγώνα για την επιβίωση. Είχαν άλλες ανάγκες πια. Άλλες προτεραιότητες. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν την ιστορία του μοναστηριού και ακόμη πιο λίγοι όσοι κρατούσαν τους θρύλους ζωντανούς. Κατά καιρούς, όμως, κάποιοι απ’ τους νέους ηγέτες θέλησαν, με διάφορους τρόπους, να το κλείσουν. Δοκίμασαν με φόρους και με ψεύτικες κατηγορίες, δοκίμασαν με δώρα και με παροχές.

Κι όταν απέτυχαν όλα τα τεχνάσματα, απλώς το άφησαν να ξεχαστεί. Διέκοψαν τις προσβάσεις, μετέφεραν τους κοντινούς οικισμούς σε άλλες περιοχές, έσβησαν απ’ τα βιβλία όλες τις αναφορές, διέκοψαν κάθε επαφή και επικοινωνία, έστρεψαν τους ανθρώπους σε άλλες Μονές και άφησαν το παλιό εκείνο μοναστήρι στη λήθη και στη φθορά του χρόνου, στη μέση του πουθενά, να ξεχαστεί και να σβήσει απ’ τη μνήμη και την ψυχή των ανθρώπων.

Αργότερα, όταν έγινε ένας μεγάλος σεισμός, είπαν ότι το μοναστήρι καταστράφηκε ολοσχερώς. Ότι ισοπεδώθηκε και πως οι λίγοι μοναχοί που ανασύρθηκαν ζωντανοί απ’ τα συντρίμμια, πήγαν σε άλλες Μονές. Έτσι, το μόνο που πλέον είχε απομείνει, ήταν μια παλιά ανάμνηση, που κι αυτή έτεινε να σβήσει και να ξεχαστεί.

Μέχρι που, μια μέρα, κάποιος πήγε στην πόλη και αφηγήθηκε ότι στο κυνήγι, στο δάσος, είχε τραυματιστεί πέφτοντας σε μια χαράδρα, μέχρι που τον βρήκε ένας μοναχός και τον μετέφερε στο μοναστήρι. Είπε μάλιστα ότι εκεί έμεινε αρκετές ημέρες και πως τον φρόντιζαν οι μοναχοί, ώστε να ανακτήσει τα δυνάμεις του και να μπορέσει να φύγει ξανά, να επιστρέψει στην οικογένειά του.

Οι περισσότεροι δεν τον πίστεψαν. Είπαν ότι όλα αυτά τα φαντάστηκε. Όμως και ένα παιδί που είχε χαθεί στο δάσος, είπε πως κάποιος μοναχός του έδειξε το δρόμο για να επιστρέψει. Και ένας πιλότος, είπε πως έβλεπε συνέχεια το μοναστήρι από ψηλά. Ήταν κι ένας καθηγητής, που είχε έρθει από πολύ μακριά ψάχνοντας να βρει αυτό το μοναστήρι, που και εκείνος έλεγε ότι φιλοξενήθηκε εκεί, περιγράφοντας τις συζητήσεις που είχε με τον ηγούμενο.

Τα νέα έφτασαν και στον σημερινό άρχοντα, που θέλησε αμέσως να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά. Έστειλε ανθρώπους να ψάξουν σε όλο το δάσος και να του φέρουν τον ηγούμενο, αν πράγματι υπήρχε μοναστήρι. Σπιθαμή προς σπιθαμή γύρισαν το δάσος εκείνοι, αλλά τίποτα δεν υπήρχε. Μόνος του μετά ο ηγεμόνας θέλησε να ψάξει για το μοναστήρι, ξεκινώντας απ’ την περιοχή που είχαν υποδείξει όσοι υποστήριζαν ότι το έχουν δει. Τίποτα, όμως.

Εν τω μεταξύ, όλο και περισσότεροι δήλωναν ότι είδαν το μοναστήρι ή ότι συνάντησαν κάποιον μοναχό στο δάσος, που έμενε σε αυτό. Και όλο και περισσότεροι ήθελαν να το επισκεφθούν. Σε λίγο, η πόλη είχε χωριστεί στα δυο: ήταν εκείνοι που έλεγαν ότι πήγαν στο μοναστήρι, ότι υπάρχει και είναι αληθινό και εκείνοι που έλεγαν πως όλα αυτά είναι ανοησίες και πως το μοναστήρι είχε γκρεμιστεί πολύ παλιά και τίποτα δεν είχε πια απομείνει. Πολλοί, δε, θέλησαν να πάνε οι ίδιοι να δουν επιτέλους αν το μοναστήρι υπάρχει όντως ή όχι. Και τίποτα δεν είχαν βρει.

Το μοναστήρι, όμως, ήταν εκεί. Μόνο που δεν μπορούσε να το δει ο καθένας. Το έβλεπαν μόνο όσοι πίστευαν βαθιά. Για αυτούς μόνο υπήρχε. Και ήταν αληθινό, όσο και το κρασί που έπιναν στην τράπεζα με τους καλόγερους, όσο και η δύναμη που αντλούσαν κάθε φορά που πήγαιναν εκεί.

«Ανάβλεψον· η πίστις σου σέσωκέν σε», έλεγε η επιγραφή κάτω απ’ το τελευταίο άγαλμα σε εκείνη τη στοά, μετά την κύρια πύλη. Ακόμη και σήμερα, πολλοί λένε ότι αυτό το μοναστήρι δεν υπάρχει. Άλλοι επιμένουν πως είναι πάντα εκεί… Αν καμιά φορά κι εσύ χαθείς μέσα στο δάσος και τύχει να δεις το μοναστήρι, μη φοβηθείς. Και μη σε νοιάζει αν όταν το πεις δεν θα σε πιστέψουν. Μια μέρα των ημερών, ο Βασιλεύς των βασιλέων, θα αποκαλύψει την αλήθεια για όλα. Ορατών τε πάντων και αοράτων.

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

One Comment

Leave a Reply