Μια φορά κι έναν καιρό, βαθιά μέσα σ’ ένα καταπράσινο δάσος, ζούσε ένα μικρό ελαφάκι που το έλεγαν Λευτέρη. Ήταν γρήγορο, χαριτωμένο και είχε μάτια γεμάτα περιέργεια. Όμως πάνω απ’ όλα είχε μια ανήσυχη καρδιά: πάντα ήθελε να ανακαλύπτει καινούρια μέρη και να κάνει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο.

Στην άκρη του δάσους υπήρχε ένα μικρό ξέφωτο, όπου τα ζώα μαζεύονταν κάθε Κυριακή γύρω από έναν ηλικιωμένο σκαντζόχοιρο, τον παππού-Στέφανο. Εκείνος τους μιλούσε για τον Θεό, για την αγάπη, για την υπομονή και για το πώς να ζουν όλοι μαζί ειρηνικά.
Όλα τα ζώα πήγαιναν με χαρά. Τα λαγουδάκια κάθονταν μπροστά, οι αλεπούδες πιο πίσω, τα πουλιά στα κλαδιά, και ακόμη και τα πιο άγρια ζώα στέκονταν ήσυχα για να ακούσουν.
Ο Λευτέρης πήγαινε κι αυτός…, αλλά όχι πάντα με προθυμία.
«Γιατί πρέπει να ερχόμαστε κάθε φορά εδώ;» γκρίνιαζε μια μέρα. «Ο κόσμος είναι μεγάλος! Υπάρχουν τόσα πράγματα να δούμε!».

Η μητέρα του τον κοίταξε με καλοσύνη.
«Γιατί εδώ μαθαίνουμε να μην χανόμαστε», του είπε. «Ο δρόμος χωρίς οδηγό είναι επικίνδυνος».
Ο Λευτέρης όμως δεν πείστηκε.
Μια μέρα, ο παππούς-Στέφανος είπε στα ζώα:
«Να θυμάστε αυτό που είπε ο Κύριος: “Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός· ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων”. Όποιος ακολουθεί τον καλό ποιμένα, δεν φοβάται, γιατί δεν είναι μόνος».
Ο Λευτέρης αναστέναξε.
«Εγώ δεν είμαι πρόβατο», ψιθύρισε. «Μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου».
Και τότε, μια μέρα, πήρε την απόφαση.
Χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, έφυγε από το δάσος και κατευθύνθηκε προς τα βουνά που φαίνονταν μακριά, πέρα από τα γνώριμα μονοπάτια.
Στην αρχή όλα ήταν υπέροχα.
Έτρεχε ελεύθερος, ανακάλυπτε καινούρια ρυάκια, δοκίμαζε περίεργα φυτά και ένιωθε περήφανος που τα κατάφερνε μόνος του.
«Να λοιπόν!» είπε. «Δεν χρειάζομαι κανέναν!».

Όμως όσο περνούσαν οι μέρες, το τοπίο άλλαζε.
Τα δέντρα άρχισαν να αραιώνουν, ο αέρας έγινε πιο κρύος και τα μονοπάτια πιο δύσκολα. Ένα βράδυ ξέσπασε δυνατή καταιγίδα. Ο άνεμος ούρλιαζε και η βροχή μαστίγωνε το έδαφος.
Ο Λευτέρης έτρεξε να κρυφτεί, αλλά δεν ήξερε πού.

Γλίστρησε, έπεσε και τραυμάτισε το πόδι του.
Για πρώτη φορά, φοβήθηκε πραγματικά.
«Μαμά…» ψιθύρισε. «Πού είσαι;».
Η νύχτα πέρασε δύσκολα. Το πρωί τον βρήκε μόνο, πεινασμένο και κουρασμένο.
Προσπάθησε να περπατήσει, αλλά το πόδι του πονούσε. Δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Όλα έμοιαζαν ίδια.
Κάθισε κάτω και άρχισε να κλαίει.

Τότε θυμήθηκε τα λόγια του παππού-Στέφανου.
«Ο καλός ποιμένας… δεν αφήνει τα πρόβατά του…».
Έκλεισε τα μάτια του.
«Θεέ μου… αν είσαι αληθινός… βοήθησέ με», ψιθύρισε.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσε ένα απαλό θρόισμα.
Σήκωσε το κεφάλι του και είδε μπροστά του ένα μεγάλο, γέρικο σκύλο. Δεν έμοιαζε άγριος. Τα μάτια του ήταν ήρεμα και γεμάτα καλοσύνη.
«Μικρέ, έχεις χαθεί», είπε με ήρεμη φωνή.
Ο Λευτέρης δίστασε.
«Ναι… αλλά μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου…».

Ο σκύλος χαμογέλασε.
«Αν μπορούσες, δεν θα έκλαιγες».
Το ελαφάκι κατέβασε το κεφάλι.
«Πονάει το πόδι μου… και δεν ξέρω πού είμαι…».
Ο σκύλος πλησίασε αργά.
«Έλα μαζί μου», είπε. «Ξέρω τον δρόμο».
«Κι αν… με παγιδεύσεις;» ρώτησε φοβισμένα ο Λευτέρης.
Ο σκύλος κάθισε δίπλα του.
«Άκου κάτι ακόμη», είπε. «Κάποτε άκουσα έναν άνθρωπο να λέει: “Τις εξ υμών άνθρωπος έχων εκατόν πρόβατα, και απολέσας εν εξ αυτών, ουχί αφήνει τα ενενήκοντα εννέα και πορεύεται επί το απολωλός έως εύρη αυτό;”. Εκείνος που αγαπά, δεν εγκαταλείπει».

Ο Λευτέρης τον κοίταξε με απορία.
«Δηλαδή… ήρθες να με βρεις;»
«Όχι μόνο εγώ», απάντησε ο σκύλος. «Η μητέρα σου σε ψάχνει. Τα ζώα προσεύχονται για σένα. Δεν είσαι μόνος, ακόμη κι όταν νομίζεις ότι είσαι».
Τα μάτια του Λευτέρη γέμισαν δάκρυα.
Σιγά – σιγά σηκώθηκε και ακολούθησε τον σκύλο.
Το ταξίδι της επιστροφής ήταν δύσκολο. Ο Λευτέρης κουραζόταν, αλλά κάθε φορά που σταματούσε, ο σκύλος τον ενθάρρυνε.
«Λίγο ακόμη», του έλεγε. «Δεν είσαι μακριά».
Μετά από πολλές ώρες, άρχισαν να φαίνονται γνώριμα δέντρα.
Και τότε… άκουσε μια φωνή.
«Λευτέρη!»
Ήταν η μητέρα του.
Έτρεξε προς το μέρος του και τον αγκάλιασε.
«Παιδί μου!»
Όλα τα ζώα είχαν μαζευτεί. Τα λαγουδάκια χοροπηδούσαν από χαρά, τα πουλιά κελαηδούσαν, ακόμη και οι αλεπούδες χαμογελούσαν.

Ο Λευτέρης δεν μπορούσε να μιλήσει.
Μόνο έκλαιγε.
Ο παππούς-Στέφανος πλησίασε αργά.
«Καλώς ήρθες πίσω», είπε.
Ο Λευτέρης τον κοίταξε.
«Εγώ… νόμιζα ότι μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου…».
Ο σκαντζόχοιρος χαμογέλασε.
«Και τι έμαθες;».
Το ελαφάκι πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ότι όταν φεύγω από την αγάπη… χάνομαι», είπε. «Και ότι δεν είμαι ποτέ μόνος… ακόμη κι όταν δεν το βλέπω».
Ο παππούς-Στέφανος έγνεψε.
«Αυτό είναι το πιο μεγάλο μάθημα».

Ο Λευτέρης γύρισε να ευχαριστήσει τον σκύλο…, αλλά εκείνος είχε ήδη φύγει.
«Πού πήγε;» ρώτησε.
Ο σκαντζόχοιρος κοίταξε προς το δάσος.
«Μερικές φορές», είπε, «ο Θεός στέλνει βοήθεια χωρίς να ζητά ευχαριστώ».
Από εκείνη τη μέρα, ο Λευτέρης δεν έχανε ποτέ τη συνάντηση στο ξέφωτο.
Καθόταν μπροστά, άκουγε με προσοχή και δεν βιαζόταν πια να φύγει. Και κάθε φορά που άκουγε για τον καλό ποιμένα, χαμογελούσε σιωπηλά. Γιατί τώρα ήξερε.
Δεν ήταν απλώς ένα ελαφάκι.
Ήταν ένα πλάσμα που το αγαπούσαν, το έψαχναν όταν χανόταν και το οδηγούσαν πίσω στο σπίτι του.

-ΤΕΛΟΣ-



