Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό, ορεινό, όμορφο χωριουδάκι, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Άγγελο.


Όσο για τους γονείς του, πάντα χαμογελούσαν όταν τον έβλεπαν, πότε να τρέχει για τα ψώνια που του ζήτησε η καημένη η γιαγιά Μαρία, που δεν την κρατούσαν πια τα πόδια της, πότε να πιάνει το τσαπί και να βοηθά τον κυρ-Αντρέα που αγωνίζονταν να φτιάξει τον λαχανόκηπο και που δεν είχε δικά του παιδιά να τον βοηθήσουν και πότε να μαστορεύει μαζί με τον θείο Γιώργο, που όλο του χάλαγε το τρακτέρ και πάλευε να το διορθώσει, για να οργώσει τα χωράφια, να σπείρει, να ποτίσει, να έχει καλή σοδειά.

Έλεγαν όλοι στο χωριό ότι ο Άγγελος σπουδαίο είναι παιδί και σπουδαίος άντρας θα γίνει. Πρώτος το είχε πει ο παππα – Κώστας, χρόνια πριν, την ημέρα που Βάπτιζε τον Άγγελο, όταν ξαφνικά τα σύννεφα άνοιξαν και μια έντονη δέσμη φωτός μπήκε απ’ το παράθυρο της εκκλησιάς και φώτισε το μωρό. Η γιαγιά του η Αγγελική, που δεν ζει πια και που στη βάπτιση στεκόταν παράμερα, είχε πει τότε πως είδε έναν άγγελο να στέκεται στα δεξιά του παιδιού.

Σε όλους μας έρχεται και όλους μας συνοδεύει. Μας προστατεύει. Μας συμβουλεύει.
Πάντα, εκτός κι αν με τις πράξεις μας τον διώξουμε μακριά και μείνουμε μόνοι. Χαμένοι, χωρίς οδηγό να ψάχνουμε συνεχώς ένα δρόμο που πουθενά δεν μας οδηγεί. Και να ξαναγυρνάμε στη δυστυχία και στην απρέπειά μας.

Ο Άγγελος, όμως, σαν να ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι στο πλευρό του είχε έναν φύλακα Άγγελο, έκανε όλα όσα εκείνον ευχαριστούσαν, όλα όσα χρειαζόταν για να μείνει για πάντα κοντά του.
Κατά βάθος το ήξεραν όλοι στο χωριό. Το πίστευαν και ας μην ήθελαν να το ομολογήσουν. Έβλεπαν, ένοιωθαν, καταλάβαιναν ότι με αυτό το παιδί κάτι πραγματικά ωραίο συμβαίνει.
Και για αυτό ακριβώς ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα, έτσι ξαφνικά, ο Άγγελος ανέβασε πυρετό και έχασε το φως του.

Οι φτωχοί γονείς του παιδιού, όμως, δεν είχαν τη δυνατότητα. Και οι χωριανοί, όσο κι αν ήθελαν να βοηθήσουν, λίγα πράγματα μπορούσαν να κάνουν. Ο δε παππα – Κώστας, που και αυτός θέλησε να προσφέρει μέχρι και το μισθό του ακόμη, προσευχόταν για το αληθινό θαύμα, που ήξερε ότι μόνο η Παναγία μας θα μπορούσε να κάνει.
Όλοι στο χωριό ήταν λυπημένοι. «Μα πως έγινε αυτό; Γιατί στον Άγγελο; Γιατί δεν τον προστάτευσε ο Θεός, ο φύλακας – Άγγελος που είναι μαζί του;», έλεγαν γεμάτοι απορία, χωρίς να μπορούν να δώσουν απαντήσεις.
Μόνο ο Άγγελος είχε τις απαντήσεις. Αυτός μόνο ήξερε. Και χαμογελούσε σε όλους. «Το αληθινό φως -έλεγε- δεν είναι αυτό που βλέπουν τα μάτια, μα η ψυχή. Δεν έχασα το φως μου, όπως νομίζετε. Το αντίθετο έγινε. Βλέπω συνέχεια ένα δυνατό φως, που καλύπτει τα πάντα. Είναι όμορφο. Ζεστό. Αυτό μου δείχνει τώρα το δρόμο. Βλέπω πιο καθαρά. Βλέπω ακόμη και τον φύλακα –Άγγελό μου. Είναι εδώ. Δίπλα μου. Πάντα κοντά μου. Και τον ευχαριστώ».


Φως έδινε με το αντίδωρο και αγάπη για όλο τον κόσμο.

ΤΕΛΟΣ



