Ο καινούργιος παπάς

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στο μεγάλο χωριό πίσω απ’ το βουνό, όλοι οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί για την ετήσια τακτική γενική τους συνέλευση.

Κάθε χρόνο την ίδια ημέρα πήγαιναν στην πλατεία, κάτω απ’ τη μεγάλη βελανιδιά, όπου ο πρόεδρος και ο γραμματέας είχαν τοποθετήσει το τραπεζάκι τους, περιμένοντας να φτάσει και ο τελευταίος, για να ξεκινήσουν τον απολογισμό πεπραγμένων, αλλά και τον προγραμματισμό για τη νέα περίοδο.

Δεν περιορίζονταν, όμως, μόνο σ’ αυτά. Ο πρόεδρος ρωτούσε όλους τους κατοίκους έναν – έναν ξεχωριστά για το αν ήταν ευχαριστημένοι και για το τι εκείνοι ήθελαν να γίνει στο χωριό. Ρωτούσε ακόμη αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο σπίτι, κάποια ανάγκη στη δουλειά, ώστε να δει με ποιον τρόπο θα μπορέσει να βοηθήσει.

Σε τέτοιες περιπτώσεις όλο το χωριό έβαζε πλάτη. Όταν η σοδειά κάποιου δεν πήγαινε καλά, τη ζημιά κάλυπταν οι συγχωριανοί. Κι όταν κάποιος είχε μια εργασία που δεν μπορούσε μόνος του να την κάνει, όλοι έβαζαν από ένα χεράκι.

Και την εκκλησία του χωριού, μόνοι τους την έχτισαν. Με προσωπική εργασία και δικά τους έξοδα. Εκεί λειτουργούσε ο παπά – Κυριάκος, που σε αυτή τη συνέλευση η καρέκλα του δίπλα απ’ το τραπεζάκι του προέδρου ήταν κενή.

Όλοι αναρωτιόταν τι να απέγινε ο παπα – Κυριάκος και γιατί δεν είχε ακόμη φανεί. Μέχρι που ο πρόεδρος είπε στον νεαρό Γιαννάκη να πεταχτεί μέχρι να εκκλησία να τον φωνάξει για να ξεκινήσουν.

Ο Γιαννάκης έτρεξε. Τα νέα, όμως, που έφερε πίσω, δεν ήταν καλά. Ο παπα – Κυριάκος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι του και δεν ξυπνούσε.

Η συνέλευση αναβλήθηκε. Και η κηδεία έγινε με έξοδα του χωριού, σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, αφού όλοι αγαπούσαν τον παπά τους, που και τι δεν έκανε για αυτούς!

Όταν λίγες ημέρες μετά ο πρόεδρος κάλεσε ξανά σε συνέλευση, είχε να αναγγείλει ότι, αφού έκανε τις απαραίτητες ενέργειες και συνεννοήσεις, στο χωριό θα έρχονταν απ’ τον επόμενο μήνα νέος παπάς. Νέος και στην ηλικία.

Οι χωριανοί χάρηκαν που το άκουσαν, ήταν, όμως, ακόμη πολύ λυπημένοι για τον παπα – Κυριάκο. Ήταν και περίεργοι, βέβαια, να δουν και να γνωρίσουν τον νέο τους ιερέα. Άραγε, αυτός θα ήταν τόσο καλός; Θα αγαπούσε το χωριό όσο ο παπα – Κυριάκος; Θα είχε την κατανόηση και την αγάπη που εκείνος έδειχνε σε όλους τους κατοίκους;

Οι μέρες πέρασαν και μια Κυριακή πρωί οι χωριανοί άκουσαν την καμπάνα να τους καλεί στη Θεία Λειτουργία. Παραξενεύτηκαν, καθώς δεν ήξεραν αν είχε έρθει ο καινούριος παπάς. Κανείς δεν τον είχε δει, κανείς δεν τους είχε ενημερώσει.

Ο παπα – Αναστάσιος είχε φτάσει στο χωρίο αργά τη νύχτα. Ήταν ενήμερος για το που θα βρει τα κλειδιά της εκκλησίας και ήξερε ότι θα βολευτεί στο δωματιάκι δίπλα, όπου έμενε πριν ο παπα – Κυριάκος.

Εκείνη την Κυριακή οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού πήγαν στην εκκλησία και πήραν το αντίδωρο απ’ το χέρι του παπα – Αναστάση. Την επόμενη Κυριακή, όμως, ελάχιστοι πήγαν. Και τη μεθεπόμενη, ακόμη πιο λίγοι.

Δεν είναι ότι είχαν χάσει την πίστη τους ξαφνικά ή ότι για κάποιον λόγο δεν συμπαθούσαν τον νέο τους ιερέα. Καλοί άνθρωποι ήταν όλοι τους. Άνθρωποι, όμως, με αδυναμίες κι αυτοί. Με πάθη και με αμαρτίες. Και απ’ την αγάπη και το σεβασμό που είχαν για τον παπα – Κυριάκο, που όλοι τον θεωρούσαν σαν μέλος της δικής τους οικογένειας, δεν αισθανόταν άνετα να πάνε τώρα σε έναν άλλον ιερέα να εξομολογηθούν, να Μεταλάβουν, …να δηλώσουν την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους σε αυτόν. Έτσι το ένοιωθαν. Σαν να πρόδιδαν τον παπά τους. Τον ιερέα που μαζί του μεγάλωσαν και στις δικές του πλάτες άφηναν όλα τα βάρη της ψυχής τους.

Χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το καταλάβουν είχαν πέσει σε μεγάλο αμάρτημα. Έβλεπαν τον άνθρωπο και όχι τον λειτουργό των Αγίων Μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Και κατ’ αναλογίαν, τιμούσαν τον άνθρωπο παπα – Κυριάκο, τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον, όχι τον ιερέα, τον έχοντα το χάρισμα της ιεροσύνης.

Δεν είχαν καταλάβει ότι δεν έχει σημασία ο άνθρωπος μέσα στο ράσο, αλλά είναι η χαρισματική εξουσία που δίνει ο μεγάλος Αρχιερέας Ιησούς Χριστός στους κληρικούς να επιτελούν τα Ιερά Μυστήρια. Από Αυτόν πηγάζει η ιεροσύνη, ως χάρισμα μέσω της ζωοποιητικής του θυσίας και ανάστασης.

Δεν είναι τυχαίο που ο Πατροκοσμάς έλεγε: «Εάν συναντήσετε ιερέα και άγγελο φωτός στο δρόμο σας, πρώτα τον ιερέα να προσκυνήσετε κι έπειτα τον άγγελο».

Αυτά προσπαθούσε να εξηγήσει ο παπα – Αναστάσης, που με μεγάλη ταπεινότητα έλεγε σε όλους ότι δεν είναι άξιος να αντικαταστήσει στις καρδιές τους τον παπα – Κυριάκο, όμως, όπως δεν μπορεί να γίνει η συνέλευση στο χωριό χωρίς τους κατοίκους, έτσι δεν μπορεί να τελεστεί και η Θεία Λειτουργία χωρίς το «σώμα της εκκλησίας», το ποίμνιο δηλαδή, τους πιστούς.

Μάταια, όμως. Οι κάτοικοι έδειχναν να συμφωνούν με όσα τους έλεγε ο καινούριος τους ιερέας, αλλά στην πραγματικότητα δεν καταλάβαιναν. Και εξακολούθησαν να μην πηγαίνουν στην εκκλησία. Έτσι, εκείνο το ευσεβές χωριό, αμέτοχο πια των αγαθών της θείας δόξας, κινδύνευε να γίνει κέντρο πνευματικής αποστασίας. Και τα πρώτα συμπτώματα άρχισαν να εκδηλώνονται. Όπως στο σώμα που νοσεί εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια, στο χωριό οι μονιασμένοι και αλληλέγγυοι άλλοτε κάτοικοι, άρχισαν να έρχονται σε προστριβές μεταξύ τους.

Ο πατήρ Αναστάσιος ήταν ανήσυχος. Προσευχόταν στον Κύριο να τον βοηθήσει. Να σώσει το χωριό απ’ τον όλεθρο, που καθαρά έβλεπε να έρχεται και που προειδοποιούσε για αυτό.

Είχε περάσει πια ένας χρόνος. Και κανείς δεν πήγαινε στην εκκλησία. Οι καμπάνες του ναού καλούσαν κάθε Κυριακή τους χωρικούς σε μια σύναξη αγάπης, ο ήχος τους όμως ήταν πια αδιάφορος. Μέχρι εκείνη την μέρα, ακριβώς ένα χρόνο μετά την κοίμηση του παπα – Κυριάκου, όταν όλοι είχαν μαζευτεί στο κοιμητήριο για το μνημόσυνό του.

Ο παπα – Αναστάσης στεκόταν μπροστά στο μνημείο και είχε στην πλάτη του τον ήλιο, που τύφλωνε τους κατοίκους που ήταν αντίκρυ.

Σαν θολή σκιά φαίνονταν μέσα στον ήλιο ο πατήρ Αναστάσιος. Μόνο που τώρα, έψελνε με τη φωνή του παπα – Κυριάκου. Και όταν τελείωσε το μνημόσυνο, κάνοντας ένα βήμα πιο ‘κεί, οι κάτοικοι τον είδαν καθαρά. Ήταν εκείνος!

«Με ξεχάσατε», τους είπε. «Ξεχάσατε την εκκλησία μας. Ξεχάσατε το Χριστό μας. Τι νομίζετε; Ότι έφυγα ποτέ απ’ την εκκλησία μας; Εκεί θα με βρίσκεται πάντα».

Αυτά άκουσαν οι κάτοικοι του χωριού. Κι όταν πλησίασαν, είδαν τον παπα – Αναστάση, …που εξομολογήθηκε ότι ποτέ δεν είχε πει αυτά τα λόγια.

Την επόμενη Κυριακή και κάθε Κυριακή όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, ήταν στην εκκλησία. Κανένας δεν έλειψε ποτέ από τότε. Και το χωριό ξανάγινε εκείνος ο ευλαβικός τόπος με τους καλούς κι αγαθούς ανθρώπους, που πάντα στήριζαν ο ένας τον άλλον και που κακία δεν ήξεραν πια τι σημαίνει.

ΤΕΛΟΣ

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026
Ο Ιάσωνας και το μικρό σπίτι στο βουνόΠαραμύθια

Ο Ιάσωνας και το μικρό σπίτι στο βουνό

17/02/2026

Leave a Reply