Το γενναίο ποντίκι
Μια φορά κι έναν καιρό, όλα τα ζώα του δάσους είχαν συγκεντρωθεί στο βράχο πάνω απ’ τη μεγάλη χαράδρα …και έκλαιγαν. Η φωτιά μόλις είχε τελειώσει. Και τα καημένα τα ζωάκια έκλαιγαν, άλλα απ’ τον καπνό που είχε μπει στα μάτια τους κι άλλα απ’ τον πόνο που ένοιωθαν στις πληγές τους. Και όλα απ’ τη στεναχώρια τους για το κακό που τα είχε βρει.

Ήταν τρομακτικά στ’ αλήθεια, αφού τα ζώα που είχαν σωθεί καταλάβαιναν πια ότι και το δικό τους το τέλος δεν είναι μακριά. Τα περισσότερα είχαν τραυματιστεί απ’ τις φλόγες και όλα ήταν τόσο κουρασμένα, τόσο απελπισμένα…. Η φωτιά δεν είχε αφήσει τίποτε στο καταστροφικό της πέρασμα. Τροφή δεν υπήρχε πουθενά. Και όσο έβλεπαν τα μάτια τους, υπήρχε μόνο μαυρίλα τριγύρω.
– «Τι θα κάνουμε; Που να πάμε;», είπε πρώτα το αγριογούρουνο, που ήδη πεινούσε πολύ.
-«Σε λίγο θα πέσει το σκοτάδι», φώναξε ο λαγός.
Και η αλεπού, που κάηκε η γούνα της στη φωτιά, μουρμούρησε: «ότι κι να κάνουμε είμαστε καταδικασμένοι».

– «Θα μείνω κι εγώ», είπε η κουκουβάγια, δείχνοντας την καμένη της φτερούγα, που δεν τη επέτρεπε πλέον να πετάξει.
Με ένα μεγάλο ουρλιαχτό, ο λύκος έκανε δυο βήματα μπροστά και με όλη του τη δύναμη είπε: «Κανένας δεν θα μείνει εδώ. Δεν το καταλαβαίνεται πως αν μείνετε δεν έχετε καμία ελπίδα; Πρέπει να φύγουμε όλοι και να μείνουμε ενωμένοι. Εγώ με το τσακάλι θα πηγαίνουμε μπροστά για να ελέγχουμε το δρόμο».
– «Ποιο δρόμο;», ρώτησε τότε η αρκούδα. «Βλέπετε πουθενά κανένα δρόμο; Προς τα πού θα πάμε;».

– «Εγώ θα σας πω που πρέπει να πάμε», ακούστηκε τότε μια φωνή. Ήταν το ποντίκι, που είχε απλώσει το χέρι και με το δάχτυλο έδειχνε την κορυφή του βουνού. «Από ‘κει θα πάμε για να σωθούμε», είπε και συνέχισε να έχει το χέρι του ψηλά.
Τα υπόλοιπα ζώα ξαφνιάστηκαν στην αρχή, αλλά χάρηκαν πολύ που είδαν το ποντίκι. «Εδώ είσαι; Δεν σε είχαμε προσέξει. Πως σώθηκες; Πες μας», φώναξε γεμάτη απορία η νυφίτσα, που έτρεξε να το αγκαλιάσει.

– «Λοιπόν, θα πάμε από εδώ», είπε ξανά το ποντίκι, δείχνοντας την ίδια κατεύθυνση.
– «Μα, ….τυφλός είσαι; Δεν βλέπεις ότι εκεί είναι καμένη κορυφή του βουνού; Τι να κάνουμε εκεί;», ρώτησε το ζαρκάδι.
Το ποντίκι έμεινε για λίγο σιωπηλό. Και αμέσως μετά του απάντησε: «Ακριβώς! Εκεί πρέπει να πάμε, στην κορυφή του βουνού. Από εκεί ψηλά θα μπορέσουμε να δούμε που σταμάτησε η φωτιά και αν υπάρχει κάπου δάσος για να μετακινηθούμε σ’ αυτό και να φτιάξουμε το καινούριο μας σπίτι. Από εκεί θα βρούμε το δρόμο…».
Όλα τα ζώα αναθάρρησαν. Ναι, το ποντίκι είχε δίκαιο. Μα, πως δεν το είχαν σκεφτεί τόση ώρα;! Θα ανέβουν στην κορυφή του βουνού και από εκεί θα δουν μακριά και θα καταλάβουν προς τα πού πρέπει να πάνε.
Τώρα είχαν ελπίδα! Και δεν τους ένοιαζαν ούτε οι πληγές ούτε η κούραση και η πείνα. Βιάζονταν μόνο να φτάσουν στην κορυφή. Κι από ‘κει, θα ήξεραν τι πρέπει να κάνουν.
Στη διαδρομή, όσα ζώα δεν είχαν τραυματιστεί βοηθούσαν είκείνα που δυσκολεύονταν να περπατήσουν, ώστε να φτάσουν όλα μαζί στον τελικό τους προορισμό και να σωθούν. Το ένα έδινε δύναμη και κουράγιο στο άλλο. Και όλα μαζί επαινούσαν το ποντίκι, που τους άνοιξε τα μάτια…

– «Και τώρα τι κάνουμε;», είπε πρώτο το κουνάβι. Τα ζώα έδειχναν ξανά τρομαγμένα. Και όσο κανείς δεν μιλούσε τόσο μεγάλωνε η απόγνωσή τους.

– «Μα, τυφλός είσαι; Δεν βλέπεις ότι τα δέντρα βγάζουν ακόμη καπνό; Αν σκαρφαλώσουμε θα ψηθούμε. Κι απ’ την άλλη πλευρά είναι ο γκρεμός. Δεν το βλέπεις; Είμαστε καταδικασμένοι…», είπε η δεντρογαλιά.
Τότε το ποντίκι, αφού σκέφτηκε λίγο, σηκώθηκε όρθιο και χωρίς να διστάσει είπε: «Δεν εννοούσα να περάσουμε από πάνω, αλλά από κάτω».
Τα ζώα σάστισαν. Τι εννοούσε; Πως, δηλαδή, να περάσουν από κάτω; Πριν προλάβει κανείς άλλος να μιλήσει, το ποντίκι άρχισε να τους εξηγεί: «Πως σώθηκα εγώ απ’ τη φωτιά; Θυμάστε τι σας είπα; Άνοιξα μια τρύπα και χώθηκα βαθιά μέσα στη γη. Ε, το ίδιο θα κάνουμε και τώρα. Θα σκάψουμε ένα μεγάλο τούνελ και θα περάσουμε κάτω απ’ τους κορμούς».
Τα ζώα του δάσους κοίταζαν αμήχανα το ένα το άλλο. Ήξεραν ότι το ποντίκι ήταν πολύ καλό στο να ανοίγει τρύπες στο έδαφος, αλλά, τόσο μεγάλο τούνελ, ώστε να μπορέσουν να περάσου όλα τα ζώα με ασφάλεια, μπορούσε να γίνει;
– «Εμπρός. Τι κοιτάτε. Ακούσατε τι είπε το ποντίκι. Θα ανοίξουμε τούνελ. Το ποντίκι θα σκάβει και η αρκούδα με το αγριογούρουνο θα κουβαλάνε το χώμα. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν είμαστε τραυματίες, θα βοηθάμε στο σκάψιμο», είπε η νυφίτσα και τράβηξε κοντά της το ποντίκι, ώστε να ξεκινήσουν δουλειά.
Πράγματι, τα ζώα άρχισαν να σκάβουν… και να σκάβουν… και να σκάβουν. Και τα κατάφεραν! Με πολύ κόπο, αλλά τα κατάφεραν. Μέχρι και η αρκούδα, που δυσκολεύτηκε λίγο να βγει απ’ το τούνελ, καθώς ήταν πολύ χοντρή και σφήνωσε, με τη βοήθεια των άλλων ζώων που με δύναμη έσπρωχναν και τράβαγαν, πέρασε απ’ την άλλη πλευρά.
Τώρα, δεν έμενε παρά να ανέβουν στην κορυφή και να δουν προς τα πού πρέπει να πάνε. Η αγωνιά τους μεγάλωνε όσο πλησίαζαν. Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Και δεν ήταν απ’ την προσπάθεια να ανέβουν το βουνό…

– «Ωχ, …όχι! Τι θα κάνουμε τώρα; Που θα πάμε; Φτάσαμε με τόσο κόπο μέχρι εδώ και είμαστε καταδικασμένοι», είπε με παράπονο το αγριοκάτσικο.
Επικρατούσε ξανά σιωπή κι απόγνωση. Όλα τα ζώα κοιτούσαν απογοητευμένα το ποτάμι μακριά κάτω απ’ το βουνό και το δάσος στην άλλη όχθη. Έβλεπαν τη σωτηρία τους, αλλά ήξεραν ότι δεν θα τη βρουν. Αν γύριζαν πίσω, δεν είχαν καμία ελπίδα. Αν συνέχιζαν θα έφταναν μόνο μέχρι την όχθη του ποταμού και τίποτε δεν θα μπορούσαν να κάνουν.
– «Θα πάμε από εδώ», φώναξε το ποντίκι και έδειξε προς το ποτάμι.
– «Μα, τι λες; Τυφλός είσαι; Δεν βλέπεις το ποτάμι μπροστά; Τι θες; Να πνιγούμε;», του απάντησε αμέσως το τσακάλι.
Το ποντίκι σκέφτηκε για λίγο και με την ίδια σιγουριά ξαναείπε, δείχνοντας πάντα προς το ποτάμι: «Θα πάμε από εδώ. Κι όταν φτάσουμε θα σας πω πως θα περάσουμε στο δάσος απέναντι».
Η αλήθεια είναι πως το ποντίκι δεν είχε ιδέα για το πώς θα περάσουν στην άλλη όχθη. Είχε όμως αρκετό χρόνο στη διάθεσή του, ώστε στη διαδρομή, κάτι να σκεφτεί. Όσο για τα ζώα, αν και με δυσπιστία, μη έχοντας άλλη επιλογή, ακολούθησαν. Το ποντίκι, άλλωστε, ήταν αυτό που τους είχε δώσει τα φώτα του. Αυτό τους είπε ότι μόνο απ’ την κορυφή του βουνού θα δουν προς τα πού πρέπει να πάνε και αυτό είχε σκεφτεί τη λύση του τούνελ, όταν βρέθηκαν μπροστά στο φράγμα με τους κορμούς. Κάτι θα είχε στο μυαλό του και τώρα….
Όσο κατέβαιναν το βουνό, το ποντίκι έστυβε το μυαλό του για να σκεφτεί ένα τρόπο να περάσουν απέναντι. Πως, όμως, μπορεί κανείς να περάσει ένα ποτάμι χωρίς να πνιγεί; Η ώρα περνούσε, τα ζώα πλησίαζαν όλο και πιο κοντά στο ποτάμι και το ποντίκι δεν είχε σκεφτεί τίποτα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται και ο ήχος απ’ τα ορμητικά νερά του ποταμού.
Τα υπόλοιπα ζώα τον ρωτούσαν συνέχεια να τους πει πως τελικά θα περάσουν την άλλη όχθη, όμως το ποντίκι δεν μιλούσε. Τι να τους έλεγε; «Υπομονή», ήταν η μόνη του λέξη…
– «Λοιπόν, ποντίκι, σχεδόν φτάσαμε. Βλέπεις τι δυνατά που ακούγεται το νερό;», ρώτησε ο λύκος.
– «Βλέπω, …βλέπω και ακούω», είπε το ποντίκι.
– «Ε, δεν θα μας πεις τώρα πως θα το περάσουμε το ποτάμι;», ξαναρώτησε ο λύκος.
– «Θα το περάσουμε από ‘δω», είπε το ποντίκι, δείχνοντας για μια ακόμη φορά ίσια μπροστά.

– «Μα, καλά, τυφλός είσαι; Δεν βλέπεις τον καταρράκτη; Δεν βλέπεις ότι τα κλαδιά και οι κορμοί που παρέσυρε το ποτάμι το έφραξαν και το νερό που πέφτει εδώ είναι τόσο ορμητικό; Πως θα περάσουμε από εδώ; Θα πνιγούμε», είπε το ελαφάκι.
Και τότε το ποντίκι βρήκε τη λύση: «Ακριβώς. Θα περάσουμε πάνω απ’ τους κορμούς».
Τα ζώα σήκωσαν το κεφάλι ταυτόχρονα και όλα μαζί χαμογέλασαν. «Ναι! Αυτό είναι! Θα πάμε απ’ τους κορμούς που κράτησε το ποτάμι στην άκρη του καταρράκτη. Μπράβο σου ποντίκι. Μας έσωσες τη ζωή…», είπε ο λαγός και ξεκίνησε πρώτος.
Τα ζώα του δάσους κρατώντας το ένα το άλλο απ’ το χέρι σχημάτισαν μια αλυσίδα και πέρασαν γρήγορα στην αντίπερα όχθη.


Κι εκείνη ήταν μια όμορφη μέρα για τα ζώα που σώθηκαν, γιατί τυφλά εμπιστεύτηκαν ένα τυφλό ποντίκι…
ΤΕΛΟΣ



