Το αμπέλι και ο βασιλιάς
Μια φορά κι έναν καιρό, έξω απ’ το κάστρο όπου ζούσε ο βασιλιάς, δίπλα απ’ το μικρό ποτάμι, υπήρχε ένα αμπέλι, που όλο το χρόνο, χειμώνα – καλοκαίρι, είχε όμορφα μεγάλα τσαμπιά.


Η χώρα του ήταν όμορφη. Με καταπράσινα λιβάδια, με ευτυχισμένους ανθρώπους που αγαπούσαν την πατρίδα τους και που ειρηνικά εργαζόταν, βοηθώντας πάντα ο ένας τον άλλον. Τώρα, υπήρχε παντού μαυρίλα και δυστυχία. Ο βασιλιάς έχασε τον πόλεμο και στη χώρα έπεσε μεγάλη πείνα. Όλοι οι πόροι είχαν κατασπαταληθεί. Πολλοί είχαν σκοτωθεί στις μάχες και όσοι επέστρεψαν βρήκαν τα χωριά και τα σπίτια τους κατεστραμμένα. Τίποτα δεν είχε μείνει. Μέχρι και ο ίδιος ο βασιλιάς, πεινούσε.

Δεν άργησαν να καταλάβουν ότι σε εκείνο το αμπέλι τα τσαμπιά με τα ζουμερά σταφύλια δεν τελείωναν ποτέ. Στην αρχή δεν είχαν δώσει σημασία. Ο Γεώργιος άλλωστε, αν και ο πόλεμος του βασιλιά ήταν που του είχε στερήσει όλους του τους φίλους, τους υποδέχθηκε με ευγένεια και με χαρά γέμισε όλο το κάρο με τους υπέροχους καρπούς απ’ το αμπέλι του. Το ίδιο έκανε την επομένη. Και ξανά. Και ξανά.

Πήγαν, λοιπόν, στο βασιλιά και του είπαν: «Μεγαλειότατε, κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με το αμπέλι και τον μικρό Γεώργιο». Και του διηγήθηκαν με το «ν» και με το «σ» όλα όσα είχαν δει. Ο βασιλιάς κοίταξε απ’ το παράθυρο το αμπέλι, που φαινόταν στο βάθος σαν μια μικρή πράσινη κουκίδα και αναφώνησε: «Αυτό το αμπέλι μου ανήκει. Φέρτε μου τον Γεώργιο». Αμέσως ο αρχισύμβουλος κάλεσε τη φρουρά και μαζί κίνησαν για να συλλάβουν τον Γεώργιο.

Στο πιο σκοτεινό μπουντρούμι τον πέταξαν τον Γεώργιο. Και αυτός ευχαριστούσε με χαμόγελο τους φρουρούς για το λίγο νερό που του έδιναν. Ο βασιλιάς, αμέσως μετά η σύλληψη και τη φυλάκιση του Γεωργίου, έστειλε να πάνε στο αμπέλι και να κόψουν όλα τα τσαμπιά. «Να μην μείνει ούτε μια ρώγα», διέταξε. Κι έτσι έγινε. Πήγαν οι σύμβουλοι με τη φρουρά και μέχρι το βράδυ είχαν μαζέψει όλα τα σταφύλια.



Ο Γεώργιος χαμογελάσε. «Βασιλιά μου, σε ένα σάπιο βασίλειο, σάπιοι θα είναι πάντα οι καρποί. Αν θέλεις πραγματικά να γίνουν όλα όπως πριν, πρέπει πρώτα να ζητήσεις συγνώμη απ’ τα άλλα βασίλεια για τον πόλεμο που έκανες, αλλά και απ’ το λαό σου, για το κακό που προκάλεσες. Πρέπει να παραιτηθείς από βασιλιάς. Να γίνεις καλός χριστιανός και να έρθεις μαζί μου στο αμπέλι, να μάθεις να το φροντίζεις. Θα ζούμε στην καλύβα των γονιών μου και θα φροντίζουμε όλη μέρα τα κλήματα, θα μαζεύουμε τα τσαμπιά και θα τα μοιράζουμε σε όλο τον κόσμο. Ο Ιησούς Χριστός είναι η Άμπελος και οι μαθητές του τα κλήματα. Όπως η κληματόβεργα δεν μπορεί να καρποφορήσει αν κοπεί απ’ το κλήμα, έτσι κι ένα βασίλειο δεν μπορεί να δώσει ωραίους καρπούς και αγαθά έργα αν δεν είναι ενωμένο με τον Χριστό».
Ο βασιλιάς τρόμαξε με αυτά που άκουσε. Να αφήσει το θρόνο του και να πάει να μείνει σε μία καλύβα; Όχι. Δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Έφυγε απ’ το κελί απογοητευμένος. Ο ανόητος βασιλιάς δεν κατάλαβε ότι ο μικρός Γεώργιος ήταν απεσταλμένος του Θεού και πως τα λόγια του εκείνα ήταν το κάλεσμα του ίδιου του Χριστού να τον ακολουθήσει. Για μια ακόμη φορά Του γύρισε την πλάτη.
Βαριά τα βήματα που ανέβαινε τα σκαλιά, απ’ το μπουντρούμι μέχρι την αίθουσα του θρόνου. Εκεί, τον περίμενε ήδη ο λαός, που είχε καταλάβει το παλάτι… Νέος βασιλιά έγινε ο Γεώργιος. Αυτόν έστεψε ο λαός. Και την ημέρα εκείνη δεν την ξέχασε ποτέ κανένας.


ΤΕΛΟΣ



