Μια φορά κι έναν καιρό, λίγο έξω απ’ την μεγάλη πόλη, σε ένα όμορφο σπίτι ανάμεσα στις ελιές, ζούσε ξέγνοιαστος ο μικρός Νικόλας.


Όλοι τον άκουγαν με ενδιαφέρον. Ήξεραν πια ότι ο Νικόλας ζούσε μια ζωή γεμάτη κινδύνους στο κτήμα έξω απ’ την πόλη και γνώριζαν πόσο γενναίος είναι, αφού αυτός είχε διώξει το γεράκι που ήθελε να αρπάξει την κότα, αυτός ήταν που έδιωξε το τεράστιο φίδι που έτρωγε τα αυγά απ’ τη φωλιά, αυτός αντιμετώπιζε καθημερινά «γιγάντιες» ακρίδες, «φοβερές» σαύρες και τόσα άλλα «τέρατα». Άλλωστε, ο γενναίος Νικόλας δεν είχε φοβηθεί ούτε τη μεγάλη σφηκοφωλιά, εξ’ αιτίας της οποίας μια μέρα κατέληξε στο νοσοκομείο και χρειάστηκε για καιρό να λείψει απ’ το σχολείο.



Η μητέρα του, που ήξερε ότι στον Νικόλα άρεσε να φτιάχνει ιστορίες και να τις διηγείται, δεν έδινε σημασία. «Θα πάμε του χρόνου», του έλεγε κάθε φορά για να τον καθησυχάσει, εξηγώντας του ότι «έχω πολλές δουλειές τώρα και δεν προλαβαίνουμε». Κάθε χρόνο η ίδια συζήτηση γινόταν. Και χρόνο με το χρόνο, …ξεχάστηκε.
Ο Νικόλας συνέχισε να πηγαίνει στο πανηγύρι και πάντα ανέβαινε στο μοναστήρι να προσευχηθεί. Στο μυαλό του, όμως, δεν υπήρχαν πια ούτε κρυμμένοι θησαυροί ούτε ιστορίες με πειρατές. Σκοτούρες υπήρχαν για τις δουλειές που έπρεπε να τελειώσουν. Μια τέτοια μεγάλη δουλειά είχε αναλάβει πρόσφατα. Ήταν μεγάλος εργολάβος πια και είχε πολλά συνεργεία, με εργάτες και μηχανήματα.

Το έργο ξεκίνησε και όλα πήγαιναν σύμφωνα με τον προγραμματισμό. Ώσπου μια μέρα, την ώρα που ο Νικόλας ήταν χωμένος στα σχέδια και στους χάρτες, είδε τους εργάτες να έρχονται όλοι μαζί προς το μέρος του. Όταν πλησίασαν αρκετά, είδε ότι κρατούσαν μια εικόνα.

Το μοναστήρι ξαναχτίστηκε αργότερα, η εικόνα όμως δεν βρέθηκε ποτέ. Φαίνεται ότι οι μοναχοί, μπροστά στη μεγάλη απειλή, βλέποντας το κακό να πλησιάζει, έκρυψαν την εικόνα στο απέναντι βουνό. Απ’ το παλιό μονοπάτι θα πήγαν. Ήξεραν για εκείνη τη μικρή σπηλιά.
Δεν είχε μείνει, όμως, κανένας ζωντανός απ’ την επιδρομή των πειρατών. Έτσι, κανένας δεν ήξερε ότι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας είχε σωθεί. Και η Παναγία διάλεξε τον Νικόλα για να την αποκαλύψει. Του το είχε πει από τότε που ήταν παιδί! Και επειδή κανείς δεν τον πίστευε, περίμενε να μεγαλώσει, να γίνει εργολάβος, να ανέβει επιτέλους στο «απέναντι βουνό». Με μηχανήματα. Και να φτάσει στη μικρή σπηλιά.
Την ίδια κιόλας ημέρα, ο Νικόλας πήγε να επισκεφθεί τη μητέρα του. Τα θαυμάσια νέα, όμως, τον είχαν προλάβει. Με το που άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι, η μητέρα του κλαίγοντας τον αγκάλιασε σφιχτά: «Παιδάκι μου, Νικόλα μου, εσύ μου έλεγες για τον μεγάλο θησαυρό κάθε χρόνο κι εγώ δεν σε πίστευα. Συγχώρεσέ με», του είπε, με λυγμούς και με φωνή που με δυσκολία έβγαινε, μέσα από την καρδιά της.

Φυσικά, στο «απέναντι βουνό» δεν χτίστηκε κανένα ξενοδοχείο. Τα σχέδια άλλαξαν και ο Νικόλας ανέλαβε με δικά του έξοδα να χτίσει εκεί μια εκκλησία, αφιερωμένη στην Παναγία.


ΤΕΛΟΣ



