Μια φορά κι έναν καιρό, λίγο έξω απ’ την μεγάλη πόλη, σε ένα όμορφο σπίτι ανάμεσα στις ελιές, ζούσε ξέγνοιαστος ο μικρός Νικόλας.

Ήταν ένα παιδί, όπως όλα τα άλλα. Του άρεσε να τρέχει εδώ κι εκεί, να παίζει με το σκυλάκι, που τόσο πολύ το αγαπούσε, να σκαρφαλώνει στα δέντρα. Ένα μάλιστα το είχε «υιοθετήσει». Ήταν το δικό του δέντρο και εκεί είχε φτιάξει ένα ωραίο δεντρόσπιτο, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι καθόταν ώρες ατέλειωτες. Εκεί διάβαζε, εκεί έτρωγε, εκεί ήθελε να κοιμάται.

Όλος ο κόσμος του ήταν σε εκείνο το μεγάλο δέντρο. Και με το νου του έφτιαχνε καινούριους κόσμους εκεί, έτσι όπως το βράδυ χάζευε τα αμέτρητα αστέρια στον ουρανό. Κι όταν κάθε πρωί στο σχολείο έβρισκε τους φίλους του, είχε και από μια νέα περιπέτεια να τους διηγηθεί.

Όλοι τον άκουγαν με ενδιαφέρον. Ήξεραν πια ότι ο Νικόλας ζούσε μια ζωή γεμάτη κινδύνους στο κτήμα έξω απ’ την πόλη και γνώριζαν πόσο γενναίος είναι, αφού αυτός είχε διώξει το γεράκι που ήθελε να αρπάξει την κότα, αυτός ήταν που έδιωξε το τεράστιο φίδι που έτρωγε τα αυγά απ’ τη φωλιά, αυτός αντιμετώπιζε καθημερινά «γιγάντιες» ακρίδες, «φοβερές» σαύρες και τόσα άλλα «τέρατα». Άλλωστε, ο γενναίος Νικόλας δεν είχε φοβηθεί ούτε τη μεγάλη σφηκοφωλιά, εξ’ αιτίας της οποίας μια μέρα κατέληξε στο νοσοκομείο και χρειάστηκε για καιρό να λείψει απ’ το σχολείο.

Είχε σωθεί από θαύμα. Όταν πήρε το μακρύ ξύλο και χτύπησε τη σφηκοφωλιά, ένα ολόκληρο σμήνος από θυμωμένες σφήκες όρμησε με μανία επάνω του. Τα τσιμπήματα ήταν πολλά. Και ο Νικόλας πονούσε παντού. Πρήστηκε όλο του το σώμα και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε. Επέζησε, όμως. Η μητέρα του είπε ότι τον έσωσε το φυλαχτό που είχε μαζί του και που πάντα, μέχρι και σήμερα, το φοράει μέσα απ’ τα ρούχα του. Εκείνο το φυλαχτό που τους είχε δώσει ο πατήρ – Θεόφιλος, όταν λίγες ημέρες νωρίτερα είχαν επισκεφθεί το μοναστήρι στο χωριό καταγωγής του πατέρα του, που γιόρταζε και έκανε μεγάλο πανηγύρι.

Κάθε χρόνο πήγαιναν σε εκείνο το πανηγύρι και κάθε χρόνο ανέβαιναν στο μοναστήρι για να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν. Και κάθε χρόνο ο μικρός Νικόλας, αφού ασπαζόταν την ιερή εικόνα και αφού έπαιρνε την ευλογία του πατρός – Θεοφίλου, έλεγε στη μητέρα του πως στο απέναντι βουνό, λίγο πιο κάτω απ’ την κορυφή, εκεί, μέσα στους πυκνούς θάμνους, υπάρχει μια σπηλιά και μέσα της ένας μεγάλος θησαυρός.

«Θα τον έκρυψαν εκεί οι πειρατές», της έλεγε. Και επέμενε να ανέβουν σε εκείνο το βουνό για να τον βρουν. Την διαβεβαίωνε ότι έβλεπε απ’ το μοναστήρι το χρυσάφι να λάμπει.

Η μητέρα του, που ήξερε ότι στον Νικόλα άρεσε να φτιάχνει ιστορίες και να τις διηγείται, δεν έδινε σημασία. «Θα πάμε του χρόνου», του έλεγε κάθε φορά για να τον καθησυχάσει, εξηγώντας του ότι «έχω πολλές δουλειές τώρα και δεν προλαβαίνουμε». Κάθε χρόνο η ίδια συζήτηση γινόταν. Και χρόνο με το χρόνο, …ξεχάστηκε.

Ο Νικόλας συνέχισε να πηγαίνει στο πανηγύρι και πάντα ανέβαινε στο μοναστήρι να προσευχηθεί. Στο μυαλό του, όμως, δεν υπήρχαν πια ούτε κρυμμένοι θησαυροί ούτε ιστορίες με πειρατές. Σκοτούρες υπήρχαν για τις δουλειές που έπρεπε να τελειώσουν. Μια τέτοια μεγάλη δουλειά είχε αναλάβει πρόσφατα. Ήταν μεγάλος εργολάβος πια και είχε πολλά συνεργεία, με εργάτες και μηχανήματα.

Το έργο που είχε αναλάβει ήταν μάλιστα εκεί, στο απέναντι βουνό. Έπρεπε να ανοίξει δρόμο, στο παλιό ξεχασμένο μονοπάτι. Και σε κάποιο σημείο, πιο κάτω απ’ την κορυφή, έπρεπε να διαμορφώσει το έδαφος για να γίνει εκεί ένα μικρό ξενοδοχείο, που θα είχε θέα το πανέμορφο μοναστήρι απέναντι και τη γαλήνια θάλασσα από κάτω.

Το έργο ξεκίνησε και όλα πήγαιναν σύμφωνα με τον προγραμματισμό. Ώσπου μια μέρα, την ώρα που ο Νικόλας ήταν χωμένος στα σχέδια και στους χάρτες, είδε τους εργάτες να έρχονται όλοι μαζί προς το μέρος του. Όταν πλησίασαν αρκετά, είδε ότι κρατούσαν μια εικόνα.

Τότε κατάλαβε. Ήταν η εικόνα της Παναγιάς. Η χαμένη ιερή εικόνα, αυτή που όλοι πίστευαν ότι είχε καταστραφεί, ότι είχε καεί τρεις αιώνες πριν, όταν πειρατές πολιόρκησαν το μοναστήρι, το λεηλάτησαν, σκότωσαν τους μοναχούς και φεύγοντας έβαλαν φωτιά.

Το μοναστήρι ξαναχτίστηκε αργότερα, η εικόνα όμως δεν βρέθηκε ποτέ. Φαίνεται ότι οι μοναχοί, μπροστά στη μεγάλη απειλή, βλέποντας το κακό να πλησιάζει, έκρυψαν την εικόνα στο απέναντι βουνό. Απ’ το παλιό μονοπάτι θα πήγαν. Ήξεραν για εκείνη τη μικρή σπηλιά.

Δεν είχε μείνει, όμως, κανένας ζωντανός απ’ την επιδρομή των πειρατών. Έτσι, κανένας δεν ήξερε ότι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας είχε σωθεί. Και η Παναγία διάλεξε τον Νικόλα για να την αποκαλύψει. Του το είχε πει από τότε που ήταν παιδί! Και επειδή κανείς δεν τον πίστευε, περίμενε να μεγαλώσει, να γίνει εργολάβος, να ανέβει επιτέλους στο «απέναντι βουνό». Με μηχανήματα. Και να φτάσει στη μικρή σπηλιά.

Την ίδια κιόλας ημέρα, ο Νικόλας πήγε να επισκεφθεί τη μητέρα του. Τα θαυμάσια νέα, όμως, τον είχαν προλάβει. Με το που άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι, η μητέρα του κλαίγοντας τον αγκάλιασε σφιχτά: «Παιδάκι μου, Νικόλα μου, εσύ μου έλεγες για τον μεγάλο θησαυρό κάθε χρόνο κι εγώ δεν σε πίστευα. Συγχώρεσέ με», του είπε, με λυγμούς και με φωνή που με δυσκολία έβγαινε, μέσα από την καρδιά της.

Το περίεργο είναι ότι η κυρία Καλλιόπη, η μητέρα του Νικόλα, ήταν πια πολύ μεγάλη και έπασχε από άνοια. Στην πραγματικότητα δεν θυμόταν ούτε τον ίδιο τον Νικόλα!

Φυσικά, στο «απέναντι βουνό» δεν χτίστηκε κανένα ξενοδοχείο. Τα σχέδια άλλαξαν και ο Νικόλας ανέλαβε με δικά του έξοδα να χτίσει εκεί μια εκκλησία, αφιερωμένη στην Παναγία.

Τη διαχείριση ανέλαβε το μοναστήρι, που κάθε χρόνο σε ανάμνηση της ευρέσεως της θαυματουργής εικόνας έκανε μεγάλη γιορτή, παρουσία αρχιερέων και πλήθους πιστών, που συνέρρεαν απ’ όλη τη χώρα για να προσκυνήσουν τη χάρη Της.

ΤΕΛΟΣ

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply