Μια φορά κι έναν καιρό, στη γειτονιά που έμενε ο Γιώργος, ήταν να ανοίξει ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Όλοι μιλούσαν για αυτό. Και με ανυπομονησία περίμεναν την ημέρα των εγκαινίων.

Ο Γιώργος και οι φίλοι του ήξεραν ότι δεν θα μπορούσαν να πάνε στα εγκαίνια, είχαν, όμως, οργανώσει να το επισκεφθούν, ένα απόγευμα που δεν θα είχαν πολλά μαθήματα να μελετήσουν για το σχολείο, για την επομένη ημέρα.

Όλα τα παιδιά είχαν μαζέψει μάλιστα χρήματα, κάνοντας οικονομία απ’ το χαρτζιλίκι τους. Και σχεδίαζαν πως θα τα ξοδέψουν. Μόνο ο Γιώργος δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει χρήματα, καθώς η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και οι γονείς του με δυσκολία μπορούσαν να πληρώσουν τις βασικές ανάγκες του σπιτιού.

Αυτό, όμως, δεν τον ένοιαζε καθόλου. Θα πήγαινε μαζί με τους φίλους του στο μεγάλο εμπορικό κέντρο, θα διάλεγε ότι ήθελε και όταν θα μάζευε τα χρήματα θα το αγόραζε.

Τα εγκαίνια έγιναν παρουσία πλήθους κόσμου και με πολλούς επίσημους καλεσμένους. Ήταν μεγάλο γεγονός για όλη την πόλη. Την ίδια κιόλας ημέρα, νωρίς το απογευματάκι, ο Γιώργος και οι συμμαθητές του συναντήθηκαν στον πεζόδρομο, πίσω απ’ το εμπορικό και ξεκίνησαν για αυτό που τόσο καιρό περίμεναν.

Στην είσοδο ήταν ένας κύριος με στολή, που τους καλωσόριζε βγάζοντάς τους το καπέλο. Με τα πρώτα τους βήματα, τα παιδιά είδαν αυτό ακριβώς που φανταζόταν: έναν ολόκληρο κόσμο να τους αποκαλύπτεται. Το εμπορικό κέντρο είχε τα πάντα! Όλα όσα ονειρεύονταν, όλα όσα έβλεπαν στις διαφημίσεις, όλα όσα ήθελαν πάντα να αποκτήσουν.

Τα παιδιά ήταν χαρούμενα. Και σαστισμένα ταυτόχρονα, αφού δεν ήξεραν που να πρωτοπάνε και τι να πρωτοδούν. Μέχρι και ο Γιώργος έδειχνε ενθουσιασμένος, παρότι ήξερε ότι δεν είχε χρήματα για να αγοράσει κάτι.

Και όσο προχωρούσε στο εμπορικό και έβλεπε όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα, συνειδητοποιούσε πως στην πραγματικότητα τίποτα απ’ όλα αυτά δεν χρειαζόταν και τίποτα δεν είχε ανάγκη. Ούτε παιχνίδια ούτε ρούχα. Στο σπίτι είχε όσα χρειαζόταν και κάθε φορά που πρόκυπτε κάποια ανάγκη, η μητέρα του φρόντιζε να την καλύψει. Η αλήθεια είναι ότι παιχνίδια δεν είχε αρκετά, όμως ο Γιώργος προτιμούσε να παίζει με το μικρό του αδερφάκι, με τους γονείς και με το σκυλάκι έξω στην αυλή.

Αυτό ακριβώς είπε και στους γονείς του, αργότερα, όταν επέστρεψε σπίτι και τους εξήγησε που είχε πάει: «Αμέτρητα όμορφα πράγματα, που δεν τα χρειάζομαι».

Ο Δημήτρης, τώρα, που ήταν ο μοναχογιός του πλούσιου επιχειρηματία της πόλης, είχε πολλά χρήματα μαζί του. Όμως, …τίποτα καινούριο δεν έβρισκε να αγοράσει. Στο σπίτι είχε τα πάντα. Το δωμάτιό του ήταν γεμάτο με όμορφα και ακριβά παιχνίδια και στο υπόγειο υπήρχαν αμέτρητα άλλα, που πια δεν τα ήθελε. Ο Δημήτρης γρήγορα άρχισε να απογοητεύεται και μάλλον θυμωμένος γύρισε σπίτι, αφού τελικά δεν κατάφερε να βρει κάτι για να αγοράσει.

Ο Παναγιώτης, που έμενε στο διπλανό σπίτι απ’ τον Δημήτρη, είχε λίγα χρήματα μαζί του και διάλεξε ένα ωραίο επιτραπέζιο παιχνίδι. Ήταν ευχαριστημένος, όχι, όμως, αρκετά, αφού κι άλλα παιχνίδια ήθελε να αγοράσει, αλλά δεν μπορούσε.

Ο Ανδρέας, που κι αυτός λίγα χρήματα είχε μαζί του, ήταν πολύ χαρούμενος με την καινούρια του μπάλα. Ο Γιάννης, αγόρασε ένα σωρό παιχνίδια, έλεγε, όμως, ότι θα ζητήσει χρήματα απ’ τους γονείς του για να πάρει και άλλα τόσα, που δεν μπορούσε εκείνη τη μέρα να αγοράσει, αφού τα χρήματα που είχε του τελείωσαν απ’ τον πρώτο διάδρομο. Ο Χρήστος, τέλος, αν και είχε χρήματα μαζί του, αν και ήθελε πολύ να αγοράσει κάποια παιχνίδια, τίποτα δεν έβαλε στο καλάθι. Ήθελε να το ξανασκεφθεί και να ρωτήσει πρώτα τους γονείς του.

Στο εμπορικό κέντρο, ήταν και η συμμαθήτριά τους, η Θεοδώρα. Ο Γιώργος την είδε πρώτος και έτρεξε να της μιλήσει. Τα υπόλοιπα παιδιά δεν την πολυσυμπαθούσαν, γιατί η Θεοδώρα είχε πάντα τον καλύτερο βαθμό στην τάξη και έδειχνε απόμακρη.

Η Θοδώρα ήταν και αυτή μόνη στο εμπορικό και όταν συνάντησε τα αγόρια είχε ήδη βάλει στο καλάθι ένα όμορφο πορτοκαλί αρκουδάκι, μια κούκλα με πολλά στολίδια για τα μαλλιά της και ένα τραινάκι.

Τα παιδιά ήταν, όπως πάντα, ψυχρά απέναντί της και παρακινούσαν τον Γιώργο να φύγουν. Ο Γιώργος, που πολύ τη συμπαθούσε τη Θεοδώρα, ευγενικά της χαμογέλασε: «Θα σε δω αύριο στο σχολείο», της είπε και πήγε ξανά στην παρέα του, που είχε ήδη απομακρυνθεί.

Όμως, την είδε την ίδια ημέρα, λίγο πριν φτάσει στο σπίτι. Την είδε που στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της Μαρίας, που ο πατέρας της είχε πρόσφατα χάσει τη δουλειά του και όλοι στο σχολείο ήξεραν ότι δύσκολα τα βγάζουν πέρα. Η Μαρία έλειπε εκείνη την ώρα και η Θεοδώρα έδινε την κούκλα στη μητέρα της.

Αμέσως μετά, στο απέναντι σπίτι, η Θεοδώρα έδινε το αρκουδάκι στη μητέρα της Κατερίνας, που ήταν άρρωστη και είχε μέρες να πάει στο σχολείο. Και το τραινάκι το έδωσε μετά στον Κώστα, στο παρακάτω στενό, που σε μια έκθεση στο σχολείο έγραφε πόσο είχε στεναχωρηθεί που το τραινάκι του έσπασε και δεν είχε χρήματα να αγοράσει καινούριο.

Η Θεοδώρα έφτασε στο δικό της το σπίτι, έχοντας ένα πλατύ χαμόγελο και μια ζεστασιά στην καρδιά. Απ’ όλα τα παιδιά που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στο εμπορικό κέντρο, η Θεοδώρα ένοιωθε και ήταν το πιο ευτυχισμένο. Είχε ξοδέψει όλα της τα χρήματα, δεν είχε πάρει τίποτα για τον εαυτό της, με τις πράξεις της, όμως, είχε γεμίσει την ψυχή της με γαλήνη, αγάπη και καλοσύνη.

Μετά από πολλά χρόνια, ο Γιώργος και η Θεοδώρα παντρευτήκαν και έκαναν δικά τους παιδιά. Και τα έμαθαν να βοηθούν όποιον έχει ανάγκη, να χαίρονται για αυτά που έχουν και να τα μοιράζονται, να αγαπούν όλο τον κόσμο. Και τα παιδιά των παιδιών τους, αργότερα, έγιναν καλοί άνθρωποι, με καθαρή ψυχή και ανοιχτή την αγκαλιά τους προς όλους.

ΤΕΛΟΣ

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply