Ο «ένας ναός»
Μια φορά κι έναν καιρό, στο μεγάλο χωριό ήταν ένας ηγεμόνας, που πολλά καλά είχε κάνει και οι άνθρωποι τον σέβονταν ως δίκαιο και ηθικό.
Πράγματι, ο ηγεμόνας αυτός δεν είχε δώσει ποτέ το παραμικρό δικαίωμα να τον αμφισβητήσουν. Ήταν εργατικός, έβαζε πάνω απ’ όλους και όλα το νόμο, με τον οποίο κυβερνούσε συνετά, φρόντιζε για κάθε πρόβλημα που εμφανιζόταν προσωπικά και είχε την οξυδέρκεια να προλαμβάνει δύσκολες καταστάσεις.
Για όλες του τις αποφάσεις ενημέρωνε τους κατοίκους και τίποτε δεν έκανε αν δεν είχε και τη δική τους συγκατάθεση. Καθόλου εύκολο δεν ήταν αυτό, αφού στο μεγάλο χωριό ζούσαν άνθρωποι από κάθε σημείο του ορίζοντα, που εκεί είχαν επιλέξει να φτιάξουν το σπίτι και την οικογένειά τους, αφού στον κόσμο υπήρχε πόλεμος, πείνα, αρρώστιες, δυστυχία.

Οι συμφορές, όμως, στον υπόλοιπο κόσμο, ήταν πολλές. Και το μεσάλο χωριό, χρόνο με το χρόνο, γινόταν ακόμη μεγαλύτερο. Ο ηγεμόνας, καταλάβαινε πια ότι δεν αρκούσαν τα διαγγέλματα και τα διατάγματα που εξέδιδε για να διατηρήσει την αρμονία. Υπήρχαν άνθρωποι από άλλους πολιτισμούς, με άλλες συνήθειες, με διαφορετικές θρησκείες. Και είχαν γίνει τόσοι πολλοί πια, που αν ευνοούσε με μια του απόφαση τη μια ομάδα, θα δυσαρεστούσε τις υπόλοιπες. Και δεν το ήθελε.
Ούτε, όμως, είχε και την πολυτέλεια, κυρίως την οικονομική, να επεκτείνει το χωριό δημιουργώντας τις υποδομές που ήξερε ότι δικαιούνται και επιθυμούν όλοι οι κάτοικοι, από όλες τις ομάδες.

Ο «ένας ναός» θα ήταν στο κέντρο του μεγάλου χωριού, δεν θα είχε σύμβολα και θα τον χρησιμοποιούσαν όλοι εξίσου.
Σκέφτηκε ότι με τον τρόπο αυτό όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Δεν θα αδικούσε κανέναν και θα έκανε πράξη -έτσι το ένιωθε- την ουσία των μεγάλων δογμάτων που μιλάνε για ειρήνη και αδελφοσύνη στον κόσμο, διακηρύττοντας την αγάπη, την ανοχή, τη συγχώρεση…

Οι εργασίες ξεκίνησαν γρήγορα και με ταχείς ρυθμούς. Ο ηγεμόνας ήταν πολύ ικανοποιημένος. Και οι κάτοικοι τον επευφημούσαν.
Σύντομα, ο «ένας ναός» είχε τελειώσει. Ήταν όλα έτοιμα για τα εγκαίνια, που θα γινόταν με κάθε επισημότητα. Και με σπουδαίους καλεσμένους απ’ όλο τον κόσμο, που θαύμαζαν τον ηγεμόνα και το έργο του.
Η τελετή των εγκαινίων χαρακτηρίστηκε ως το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία του μεγάλου χωριού. Βασιλείς, ηγεμόνες, πνευματικοί ηγέτες απ’ όλο τον κόσμο ήταν εκεί. Και οι κάτοικοι του μεγάλου χωριού, άπαντες παρόντες. Μόνο εκείνος ο γραφικός γέρος, ο παπάς έλειπε, αλλά σε αυτόν κανείς δεν έδινε πια σημασία και δεν τον λογάριαζαν.
Η νέα εποχή είχε πράγματι ανατείλει. Αρμονικά και αγαπημένα συνυπήρχαν εντός κι εκτός του «ενός ναού» όλοι οι άνθρωποι κι όλα έμοιαζαν ιδανικά.

Οι χριστιανοί δεν επιτρέπονταν να ψάλουν ούτε εικόνες για να προσκυνήσουν υπήρχαν, για να μην ενοχληθούν οι μουσουλμάνοι. Οι μουσουλμάνοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν το κοράνι, για να μην προσβάλουν τους Βουδιστές. Οι εβραίοι δεν είχαν δικαίωμα να φέρουν μαζί τους την Τορά και το Ταλμούδ, γιατί αυτό θα ήταν αντίθετο με τα δικαιώματα των Κουμφουκιανιστών…
Καμία τελετή δεν γινόταν πια. Ο ηγεμόνας είχε φροντίσει να δημιουργήσει ειδική υπηρεσία για κάθε περίπτωση. Ούτως ή άλλως, μυστήρια όπως η βάπτιση και ο γάμος είχαν ήδη σχεδόν ολοκληρωτικά αντικατασταθεί από γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως η ονοματοδοσία και το σύμφωνο συμβίωσης. Εύκολα, επομένως, δέχθηκαν οι κάτοικοι και την ουσιαστική κατάργηση των άλλων Μυστηρίων.
Και χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν ξαφνικά όλοι μαζί σε μια χοάνη. Έχασαν το θεός τους, έχασαν την πίστη τους. Και μαζί, έχασαν τον εαυτό τους.

Η συνύπαρξη έμοιαζε πλέον αδύνατη. Οι διαφωνίες ήταν έντονες. Και οι κανόνες που ο ηγεμόνας είχε θεσπίσει για να διασφαλίσει την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των κατοίκων, δεν απαντούσαν πια στα ερωτήματα: Στον «ένα ναό», ποιος θα είχε τα κλειδιά και γιατί αυτός και όχι κάποιος άλλος; Σε ποιο σημείο του ενός ναού θα πήγαινε ο λαός του ενός δόγματος και σε ποιο του άλλου; Και γιατί θα έπρεπε εκείνοι να είναι στο κέντρο; Κι αν απ’ τη μια θρησκεία πήγαιναν τόσοι πολλοί που δεν περίσσευε χώρος για τους υπολοίπους;
Αυτά και άλλα πολλά ήταν που στην αρχή απασχόλησαν. Και για να επιβάλει την τάξη ο καλός ηγεμόνας, …επέβαλε μέτρα σκληρά. Μέτρα που καθόλου δεν άρεσαν στους κατοίκους, που τώρα είχαν έχθρα μεταξύ τους και μεγάλη δυσαρέσκεια για τον δίκαιο ηγεμόνα, που στην προσπάθειά του να μην αδικήσει κανέναν, τους έφερε όλους απέναντί του.
Το πρόβλημα, πλέον, δεν ήταν ο «ένας ναός». Ήταν ο ηγεμόνας.
Οι κάτοικοι στο μεγάλο χωριό είχαν τόσο ξεχάσει το θεό τους, που καθόλου δεν τους ένοιαζε η πίστη που άλλοτε είχαν. Η εξουσία τους ενδιέφερε. Και ήξεραν ότι η ομάδα που θα έχει τα κλειδιά του «ενός ναού», θα έχει και την εξουσία.



Μόνο εκείνος ο υπερήλικας ιερέας είχε μείνει αμέτοχος στα γεγονότα. Μόνο εκείνος κρατούσε την πίστη του. Και ήταν ο μόνος που μπορούσε να σώσει το μεγάλο χωριό απ’ την ολοκληρωτική καταστροφή.

Ο ενωμένος στρατός που κατέλαβε το μεγάλο χωριό χρησιμοποίησε όλα τα όπλα που διέθετε, δεν κατάφερε όμως να ανοίξει την πύλη.
Ο ιερέας είπε πως μια μέρα των ημερών η πύλη θα ανοίξει ξανά και ο ηγεμόνας που πρώτος θα μπει, θα φέρει την πλήρη καταστροφή σε όλο τον κόσμο…. Ορατών τε πάντων και αοράτων.

ΤΕΛΟΣ



