Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πολιτεία χτισμένη στην άκρη μιας απέραντης πεδιάδας, εκεί όπου ο άνεμος σήκωνε σκόνη το καλοκαίρι και λάσπη τον χειμώνα, ζούσαν άνθρωποι εργατικοί, βιαστικοί και πάντοτε ανήσυχοι.

Η πολιτεία λεγόταν Ευημερούσα, γιατί οι παλαιότεροι έλεγαν πως κάποτε ήταν τόπος πλούσιος, γεμάτος καρπούς, νερά και τραγούδια. Τα σπίτια της είχαν αυλές, οι δρόμοι της πλακόστρωτα περάσματα, οι πλατείες της μεγάλα δέντρα. Μα με τα χρόνια τα δέντρα ξεράθηκαν, τα πηγάδια στέρεψαν και τα τραγούδια σώπασαν.
Οι άνθρωποι δεν πεινούσαν. Είχαν μάθει να αγοράζουν ό,τι χρειάζονταν από μακρινούς εμπόρους. Δεν διψούσαν. Έφερναν νερό με μεγάλα δοχεία από τον ποταμό που περνούσε πολλές μέρες δρόμο έξω από την πόλη. Όμως κάτι άλλο τούς έλειπε, κάτι που κανείς δεν ήξερε πια να ονομάσει.
Τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς να ακούνε ιστορίες. Οι γέροντες πέθαιναν χωρίς να τους ρωτά κανείς τι θυμούνται. Οι γυναίκες ζύμωναν ψωμί χωρίς να κάνουν τον σταυρό τους. Οι άνδρες έχτιζαν σπίτια όλο και ψηλότερα, μα οι ψυχές τους μίκραιναν. Και κάθε πρωί, όταν άνοιγαν οι πόρτες, όλοι έβγαιναν στους δρόμους με το ίδιο κουρασμένο βλέμμα, σαν να κουβαλούσαν στην πλάτη τους αόρατο φορτίο.
Στην άκρη της πολιτείας, πίσω από τα τελευταία σπίτια, υπήρχε ένας παλιός περίβολος από πέτρα. Κανείς δεν πήγαινε εκεί. Τα παιδιά έλεγαν πως κατοικούσαν φίδια. Οι μεγάλοι έλεγαν πως δεν υπήρχε τίποτα άξιο να δει κανείς. Μόνο οι πολύ ηλικιωμένοι θυμούνταν αμυδρά ότι μέσα στον περίβολο υπήρχε κάποτε ένα πηγάδι.
Και πράγματι υπήρχε.
Ήταν βαθύ, κυκλικό, χτισμένο με λευκές πέτρες που είχαν μαυρίσει από τον καιρό. Γύρω του είχαν φυτρώσει αγκάθια και άγρια χόρτα. Το σκοινί του είχε σαπίσει, ο κουβάς είχε χαθεί και επάνω στο χείλος του υπήρχε σκαλισμένη μια επιγραφή, μισοσβησμένη από τη βροχή:
«Ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα».
Κανείς στην πολιτεία δεν διάβαζε πια τέτοια γράμματα. Κι έτσι κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε η πέτρα.

Μια μέρα έφτασε στην Ευημερούσα ένας ξένος. Δεν ήταν πλούσιος έμπορος ούτε στρατιώτης ούτε άρχοντας. Ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος, με φθαρμένο μανδύα και ξύλινο ραβδί. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα, μα τα μάτια του καθαρά, σαν πρωινό νερό. Κρατούσε μόνο έναν μικρό σάκο, λίγο ψωμί και ένα βιβλίο τυλιγμένο σε πανί.
Στάθηκε στην κεντρική πλατεία και κοίταξε γύρω του. Είδε ανθρώπους που μιλούσαν πολύ, μα δεν άκουγαν. Είδε παιδιά που γελούσαν δυνατά, μα χωρίς χαρά. Είδε ζητιάνους καθισμένους στις γωνίες, ενώ οι περαστικοί τούς προσπερνούσαν σαν πέτρες. Είδε μαγαζιά γεμάτα πράγματα και πρόσωπα άδεια.
Τότε πλησίασε ένα παιδί, ένα αγόρι ορφανό, που το έλεγαν Ιάκωβο. Το παιδί πουλούσε μικρά δεμάτια ξύλα στην αγορά. Ο ξένος τού ζήτησε λίγο νερό.
«Δεν έχω», είπε το παιδί. «Το νερό κοστίζει. Κι εγώ δεν έχω ούτε για μένα αρκετό».
Ο ξένος χαμογέλασε.
«Τότε έλα να βρούμε νερό μαζί».
Το παιδί γέλασε πικρά.
«Όλα τα πηγάδια στέρεψαν εδώ και χρόνια».
«Όλα;» ρώτησε ο ξένος.
Ο Ιάκωβος σκέφτηκε λίγο.
«Λένε πως υπάρχει ένα παλιό πηγάδι στον πέτρινο περίβολο. Μα είναι νεκρό. Κανείς δεν πηγαίνει εκεί».
«Και πώς ξέρουν ότι είναι νεκρό, αφού κανείς δεν πηγαίνει;».
Το παιδί δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Περπάτησαν μαζί ως την άκρη της πόλης. Οι άνθρωποι τους κοιτούσαν περίεργα. Μερικοί γελούσαν. Ένας έμπορος φώναξε:
«Αν βρεις νερό εκεί, γέροντα, φέρε και σε μένα ένα ασκί να το πουλήσω!».
Ο ξένος δεν απάντησε.
Όταν έφτασαν στον περίβολο, ο Ιάκωβος δίστασε. Τα αγκάθια ήταν πυκνά και οι πέτρες γλιστρούσαν. Ο ξένος γονάτισε και άρχισε να καθαρίζει τα χόρτα με τα χέρια του. Το παιδί τον βοήθησε. Ύστερα από ώρα φάνηκε το στόμιο του πηγαδιού.
Ο ξένος ακούμπησε το χέρι στην πέτρα και διάβασε την επιγραφή. Ο Ιάκωβος τον ρώτησε τι σημαίνει.
«Σημαίνει», είπε εκείνος, «πως υπάρχει νερό που δεν γεμίζει μόνο το στόμα, αλλά και την καρδιά».
«Υπάρχει τέτοιο νερό;».
«Υπάρχει. Μα δεν το σηκώνει κουβάς. Το σηκώνει η μετάνοια».
Το παιδί δεν κατάλαβε, μα ένιωσε πως η φωνή του ξένου ήταν αληθινή.

Ο ξένος έβγαλε από τον σάκο του ένα μικρό σχοινί. Δεν ήταν αρκετό για τόσο βαθύ πηγάδι. Το έδεσε σε μια πέτρα και το κατέβασε. Η πέτρα χάθηκε στο σκοτάδι. Περίμεναν. Δεν ακούστηκε τίποτα.
«Είδες;» είπε ο Ιάκωβος. «Δεν έχει νερό».
Ο ξένος έσκυψε στο στόμιο και είπε σιγά:
«Κύριε, δος μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ».
Τότε, από τα βάθη του πηγαδιού, ακούστηκε ένας ήχος. Στην αρχή σαν αναστεναγμός. Ύστερα σαν σταγόνα. Ύστερα σαν μικρό ρυάκι που ξυπνά κάτω από πέτρες. Το παιδί τρόμαξε και έκανε πίσω.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Ό,τι είναι θαμμένο δεν είναι πάντοτε νεκρό».

Την άλλη μέρα ο Ιάκωβος γύρισε στο πηγάδι μόνος του. Έφερε ένα πιο μακρύ σκοινί, που είχε δανειστεί από έναν ψαρά. Ο ξένος δεν ήταν εκεί. Μα πάνω στην πέτρα βρήκε το βιβλίο του, ανοιχτό σε μια σελίδα. Το παιδί δεν ήξερε να διαβάζει καλά, όμως αναγνώρισε μερικά λόγια:
«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».
Το διάβασε αργά, συλλαβή τη συλλαβή. Και καθώς το διάβαζε, ένιωσε σαν κάποιος να του έπαιρνε από τους ώμους ένα βάρος που κουβαλούσε από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.
Έριξε το σκοινί. Αυτή τη φορά ακούστηκε καθαρά ο κουβάς να αγγίζει νερό.

Ο Ιάκωβος έτρεξε στην πόλη φωνάζοντας. Λίγοι τον πίστεψαν. Οι περισσότεροι είπαν πως λέει ψέματα για να τραβήξει προσοχή. Μα μια γριά, που δεν είχε βγει από το σπίτι της για μήνες, τον άκουσε και του ζήτησε να την πάει εκεί.
Ήπιε πρώτη.
Δεν έγινε κανένα μεγάλο θαύμα, όπως περίμεναν μερικοί. Δεν άστραψε ο ουρανός. Δεν ακούστηκαν σάλπιγγες. Μα η γριά, που χρόνια είχε να χαμογελάσει, έκλαψε. Και είπε:
«Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. Σε ξέχασα και νόμισα πως Εσύ με ξέχασες».

Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να πηγαίνουν κι άλλοι. Όχι όλοι. Πολλοί κορόιδευαν. Άλλοι θύμωναν. Οι έμποροι του νερού φοβήθηκαν πως θα χάσουν το κέρδος τους. Οι άρχοντες φοβήθηκαν πως οι άνθρωποι που πίνουν από τέτοιο νερό δεν κυβερνιούνται εύκολα με φόβο. Οι σοφοί της πόλης έγραψαν πραγματείες που αποδείκνυαν ότι το πηγάδι ήταν απάτη, σύμπτωση ή επικίνδυνη δεισιδαιμονία.
Ένας μάλιστα από τους άρχοντες διέταξε να σφραγιστεί ο περίβολος. Έβαλαν φρουρούς, κάγκελα και πινακίδες. Μα κάθε νύχτα, κάποιος έβρισκε τρόπο να μπαίνει. Όχι με βία. Κάποτε μια πόρτα έμενε ανοιχτή. Κάποτε ένας φρουρός αποκοιμιόταν. Κάποτε ένας άρρωστος έβλεπε στον ύπνο του το δρόμο.

Και όσοι έπιναν από το πηγάδι, δεν γίνονταν πλούσιοι ούτε δυνατοί. Γίνονταν πράοι. Ζητούσαν συγγνώμη από εκείνους που είχαν πληγώσει. Μοίραζαν το ψωμί τους. Επισκέπτονταν τους αρρώστους. Μάζευαν τα ορφανά. Άναβαν καντήλια στα σπίτια τους. Και όταν κάποιος τούς αδικούσε, θυμούνταν έναν λόγο γραμμένο πια με καθαρά γράμματα πάνω στο χείλος του πηγαδιού:
«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται».

Με τον καιρό, το νερό του πηγαδιού δεν λιγόστευε. Όσο περισσότερο έπαιρναν, τόσο καθαρότερο γινόταν. Μα υπήρχε κάτι παράξενο: όποιος πήγαινε εκεί από περιέργεια, δεν έβλεπε τίποτα παρά μόνο μια ξερή τρύπα. Όποιος πήγαινε για να αποδείξει ότι δεν υπάρχει νερό, γύριζε με άδεια χέρια. Όποιος, όμως, πήγαινε συντετριμμένος, διψασμένος όχι στο στόμα αλλά στην ψυχή, άκουγε από τα βάθη το νερό να τον καλεί.
Ο Ιάκωβος μεγάλωσε. Έμαθε γράμματα. Έγινε φύλακας του πηγαδιού, όχι για να εμποδίζει, αλλά για να δείχνει τον δρόμο. Ποτέ δεν ξαναείδε τον ξένο με τον γκρίζο μανδύα. Μερικοί έλεγαν πως ήταν άγιος. Άλλοι πως ήταν άγγελος. Άλλοι πως ήταν απλώς ένας φτωχός προσκυνητής.

Ο Ιάκωβος δεν απαντούσε. Μόνο έδειχνε την τελευταία επιγραφή που είχε φανεί, χαραγμένη βαθιά στην εσωτερική πέτρα του πηγαδιού, εκεί όπου άλλοτε υπήρχε σκοτάδι:
«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς».
Και λένε πως ακόμη και σήμερα, στην πολιτεία εκείνη, υπάρχουν άνθρωποι που περνούν δίπλα από το πηγάδι και δεν βλέπουν παρά πέτρες, σκόνη και αγκάθια.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που γονατίζουν, σκύβουν σιωπηλά και ακούν από τα βάθη το νερό να τρέχει.
Κι αυτοί, όταν σηκώνονται, δεν είναι πια οι ίδιοι.

-ΤΕΛΟΣ-



