Μια φορά κι έναν καιρό, στο μικρό εκκλησάκι στο λόφο έξω απ’ το χωριό, έκαιγε ένα κεράκι που δεν έσβηνε ποτέ.

Κανείς δεν το είχε αντιληφθεί. Αυτό το κεράκι δεν έλιωνε. Ανάμεσα σε δεκάδες άλλα κεράκια, έμοιαζε ίδιο με εκείνα. Κανείς δεν μπορούσε να το ξεχωρίσει. Είχε το ίδιο μέγεθος και η φλόγα έδειχνε όπως όλες οι άλλες.

Ακόμη και ο νεωκόρος που έμενε στο δωματιάκι δίπλα απ’ το ξωκλήσι και που κάθε τόσο έμπαινε στην μικρή εκκλησία για να σβήσει τα κεριά που σχεδόν είχαν λιώσει και να βάλει σε σειρά εκείνα που ήταν σχεδόν ολόκληρα, αφού μόλις τα είχαν ανάψει οι πιστοί, δεν είχε καταλάβει ότι κάθε φορά έπιανε το ίδιο κερί και το τοποθετούσε λίγο πιο πέρα, μαζί με τα νέα κεριά.

Ούτε ο παππάς το είχε καταλάβει ούτε οι κάτοικοι του χωριού. Ούτε και οι επισκέπτες, που καθημερινά πήγαιναν να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν, στο μικρό μεν αλλά πανέμορφο και ιστορικό εκείνο εκκλησάκι, που ήταν ο τόπος μαρτυρίου του Αγίου της περιοχής. Υπήρχε και η επιγραφή δίπλα απ’ την θύρα και ένας πίνακας με την εικόνα του Αγίου, με περιγραφή του βίου και του μαρτυρίου του.

Μια μέρα, στο εκκλησάκι ανέβηκε ένας ηλικιωμένος που ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί κανένας στο χωριό. Ήταν η ημέρα που γιόρταζε το εκκλησάκι και όλοι οι κάτοικοι ήταν εκεί.

Όλοι, εκτός απ’ τον μεγάλο γιό του προέδρου του χωριού, τον Θράσο. Έτσι τον έλεγαν –απ’ το Θρασύβουλος θαρρώ- και είναι αλήθεια ότι ο Θράσος είχε πράγματι πολύ θράσος. Είχε σπουδάσει γιατρός και κατάφερε να έρθει στο χωριό του για το «αγροτικό». Ήταν ο μόνος στο χωριό που είχε τελειώσει πανεπιστήμιο και μάλιστα στο εξωτερικό.

Οι κάτοικοι, όμως, ούτε τον θαύμαζαν ούτε τον σέβονταν ιδιαίτερα. Ο Θράσος είχε το θράσος να δηλώνει άθεος και μια μέρα, μάλιστα, στο καφενείο, ολόκληρο λόγο έβγαλε για την αξία της επιστήμης, που, αυτή, έλεγε, έχει όλες τις απαντήσεις και μόνο αυτή μπορεί να σώσει τον άνθρωπο….

Τέτοια έλεγε ο Θράσος. Και στην αρχή, από περιέργεια οι κάτοικοι άνοιγαν κουβέντα μαζί του, γρήγορα όμως περιορίστηκαν στα εντελώς τυπικά. Μπορεί να μην ήταν σε θέση να αναμετρηθούν με τον πολύξερο κύριο Θράσο, γνώριζαν όμως, βίωναν τη Θεία παρουσία. Και ήξεραν ότι επιστήμη χωρίς Θεό είναι «κουτσή και τυφλή επιστήμη».

Είχαν ακούσει και το σχετικό κήρυγμα του παπα – Ιακώβου, που, όχι τυχαία, μίλησε μια μέρα για το θέμα αυτό, εξηγώντας ότι η Ορθόδοξη εκκλησία ποτέ δεν πολέμησε την επιστήμη και πως δεν μπορεί η επιστήμη να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα, σίγουρα όχι στα μεγάλα υπαρξιακά. «Γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», είχε πει σε εκείνο το κήρυγμα. Και η μόνη Αλήθεια είναι ο Σωτήρας Χριστός.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο εκκλησάκι και σε εκείνον τον παράξενο γεράκο, που εμφανίστηκε ξαφνικά. Ήταν ψηλός, πολύ αδύνατος, σχεδόν σκελετωμένος, με μακριά ασπρόμαυρη γενειάδα. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα και στα πόδια φορούσε σανδάλια. Στάθηκε για λίγο στη θύρα. Προχώρησε δυο βήματα και στάθηκε ξανά.

Κοίταξε τον παπα – Ιάκωβο και αφού έκανε το Σταυρό του, πήγε στα κεράκια που έκαιγαν όλα μαζί και πήρε εκείνο το ένα. Εκείνο που η φλόγα του δεν έσβηνε ποτέ. Ψέλνοντας, πήγε κατευθείαν μπροστά στην ωραία πύλη και με το κεράκι άναψε τα καντήλια.

Όλοι τον κοίταζαν σαστισμένοι. Ο παπα – Ιάκωβος, που στεκόταν ακριβώς δίπλα απ’ τον γεράκο, πρόσεξε ότι ο πολυέλεος άρχισε να κουνιέται. Και ο ψάλτης, που ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά με άγρια και βραχνή φωνή, ξαφνικά έψελνε σαν άγγελος. Κι απ’ το θυμιατό, έβγαινε μια απίστευτη ευωδία.

Την ίδια στιγμή, ο Θράσος μελετούσε στο σπίτι του ένα νέο επιστημονικό σύγγραμμα. Δίπλα του στο μικρό τραπεζάκι ήταν το καντήλι που η μητέρα του είχε ετοιμάσει, για να το ανάψει όταν θα επέστρεφε απ’ την εκκλησία.

Το είχε προσέξει ο Θράσος. Το είχε δει που δεν ήταν αναμμένο. Το είχε μάλιστα μετακινήσει λίγο, για να τοποθετήσει δίπλα κάποια βιβλία που χρειαζόταν και τις σημειώσεις του. Το καντηλάκι, όμως, άναψε τη στιγμή που ο παράξενος εκείνος γεράκος άναψε με το κεράκι που δεν έσβηνε ποτέ τα καντήλια στην ωραία πύλη.

Ο Θράσος δεν πίστευε στα μάτια του. Η επιστήμη του δεν μπορούσε να του δώσει απάντηση στο τι έγινε, πως, γιατί… Κοίταξε απ’ το παράθυρο ψηλά προς το λόφο και είδε το εκκλησάκι να είναι μέσα στον ήλιο και να ακτινοβολεί περισσότερο απ’ αυτόν. Τρέχοντας πήγε μέχρι εκεί. Και στην είσοδο τον περίμενε ο γεράκος. «Καλωσήρθες, Θρασύβουλε -του είπε- σε περίμενα».

Ο Θράσος είχε μουδιάσει. Ήθελε, προσπαθούσε κάτι να πει, αλλά δεν έβγαινε η φωνή απ’ τα χείλη του. Κοίταζε μια τον γεράκο και μια την πινακίδα με την εικόνα και τον βίο του Αγίου, που ήταν ακριβώς δίπλα. Ήταν αυτός! Ο παράξενος γεράκος ήταν ο Άγιος.

Ο Θράσος είχε συγκλονιστεί. Έτρεμε. Στεκόταν εκεί, ανήμπορος να πει ή να κάνει οτιδήποτε. «Αυτό το κερί, -του είπε ο Άγιος- μοιάζει με όλα τα άλλα. Όμως, δεν είναι το ίδιο. Και σε κάθε κερί, η φλόγα μοιάζει η ίδια. Όμως δεν είναι. Κάθε κερί είναι ένας άνθρωπος. Και κάθε φλόγα οι προσευχές του… Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά δεν είναι ίδιοι. Και οι προσευχές τους μοιάζουν, αλλά δεν είναι ίδιες.»

«Ακόμη και στο ίδιο κερί, αν το σβήσεις και το ανάψεις ξανά, η φλόγα θα νομίζεις ότι είναι η ίδια. Όμως δεν είναι. Για να ανάψεις την καινούρια φλόγα, πρέπει να σβήσεις πρώτα την παλιά. Κι εσύ Θράσο, για να γίνεις καινούριος άνθρωπος, πρέπει να σβήσεις τον παλιό σου εαυτό.»

«Ο Χριστός ήρθε και με το φως της Ανάστασής Του ανέτειλε έναν καινούριο κόσμο. Πάρε αυτό το κερί και με τα εφόδια της επιστήμης σου, κάνε αυτόν τον καινούριο κόσμο ακόμη πιο φωτεινό. Το μόνο κερί που ποτέ δεν θα σβήσει είναι η Αλήθεια και η Αγάπη του Χριστού μας».

Αυτά του είπε ο Άγιος και σήκωσε το χέρι να τον ευλογήσει. Του έδωσε το κερί και μέχρι να καταλάβει ο Θράσος τι συνέβαινε, είχε εξαφανιστεί. Τον είδε που έστριψε πίσω απ’ την εκκλησία, όταν, όμως, έτρεξε ξοπίσω του, είχε χαθεί.

Από εκείνη την ημέρα τα καντηλάκια σε όλα τα σπίτια του χωριού δεν έσβησαν ποτέ. Και ο Θράσος, με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αγίου, έγινε σπουδαίος γιατρός, διάσημος σε όλο τον κόσμο. Τώρα, όμως, πάνω απ’ την επιστήμη, έβαζε τον Θεό.

Στις δύσκολες επεμβάσεις που έκανε, πάντα προσεύχονταν πριν ξεκινήσει και πάντα έλεγε ότι ο ασθενής σώθηκε με τη βοήθεια του Θεού. Και στα συνέδρια που τον καλούσαν να μιλήσει σε όλο τον κόσμο, έλεγε πάντα «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς…και η μόνη Αλήθεια είναι ο Σωτήρας Χριστός».

ΔΩΡΕΑ

Αν θέλετε να βοηθήσετε την προσπάθεια μου εδώ
μπορείτε να κάνετε μια δωρεά

Στήριξε το έργο μας
Min €1 • Max €5000

Στην αυλή του ΑνδρόνικουΠαραμύθια

Στην αυλή του Ανδρόνικου

11/03/2026
Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώΠαραμύθια

Η βιβλιοθήκη των χαμένων ευχαριστώ

28/02/2026
Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίαςΠαραμύθια

Η Μαργαρίτα στο δάσος της δοκιμασίας

19/02/2026

Leave a Reply