Μια φορά κι έναν καιρό, στο μικρό εκκλησάκι στο λόφο έξω απ’ το χωριό, έκαιγε ένα κεράκι που δεν έσβηνε ποτέ.


Ούτε ο παππάς το είχε καταλάβει ούτε οι κάτοικοι του χωριού. Ούτε και οι επισκέπτες, που καθημερινά πήγαιναν να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν, στο μικρό μεν αλλά πανέμορφο και ιστορικό εκείνο εκκλησάκι, που ήταν ο τόπος μαρτυρίου του Αγίου της περιοχής. Υπήρχε και η επιγραφή δίπλα απ’ την θύρα και ένας πίνακας με την εικόνα του Αγίου, με περιγραφή του βίου και του μαρτυρίου του.
Μια μέρα, στο εκκλησάκι ανέβηκε ένας ηλικιωμένος που ποτέ δεν τον είχε ξαναδεί κανένας στο χωριό. Ήταν η ημέρα που γιόρταζε το εκκλησάκι και όλοι οι κάτοικοι ήταν εκεί.

Οι κάτοικοι, όμως, ούτε τον θαύμαζαν ούτε τον σέβονταν ιδιαίτερα. Ο Θράσος είχε το θράσος να δηλώνει άθεος και μια μέρα, μάλιστα, στο καφενείο, ολόκληρο λόγο έβγαλε για την αξία της επιστήμης, που, αυτή, έλεγε, έχει όλες τις απαντήσεις και μόνο αυτή μπορεί να σώσει τον άνθρωπο….
Τέτοια έλεγε ο Θράσος. Και στην αρχή, από περιέργεια οι κάτοικοι άνοιγαν κουβέντα μαζί του, γρήγορα όμως περιορίστηκαν στα εντελώς τυπικά. Μπορεί να μην ήταν σε θέση να αναμετρηθούν με τον πολύξερο κύριο Θράσο, γνώριζαν όμως, βίωναν τη Θεία παρουσία. Και ήξεραν ότι επιστήμη χωρίς Θεό είναι «κουτσή και τυφλή επιστήμη».
Είχαν ακούσει και το σχετικό κήρυγμα του παπα – Ιακώβου, που, όχι τυχαία, μίλησε μια μέρα για το θέμα αυτό, εξηγώντας ότι η Ορθόδοξη εκκλησία ποτέ δεν πολέμησε την επιστήμη και πως δεν μπορεί η επιστήμη να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα, σίγουρα όχι στα μεγάλα υπαρξιακά. «Γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», είχε πει σε εκείνο το κήρυγμα. Και η μόνη Αλήθεια είναι ο Σωτήρας Χριστός.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο εκκλησάκι και σε εκείνον τον παράξενο γεράκο, που εμφανίστηκε ξαφνικά. Ήταν ψηλός, πολύ αδύνατος, σχεδόν σκελετωμένος, με μακριά ασπρόμαυρη γενειάδα. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα και στα πόδια φορούσε σανδάλια. Στάθηκε για λίγο στη θύρα. Προχώρησε δυο βήματα και στάθηκε ξανά.

Όλοι τον κοίταζαν σαστισμένοι. Ο παπα – Ιάκωβος, που στεκόταν ακριβώς δίπλα απ’ τον γεράκο, πρόσεξε ότι ο πολυέλεος άρχισε να κουνιέται. Και ο ψάλτης, που ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά με άγρια και βραχνή φωνή, ξαφνικά έψελνε σαν άγγελος. Κι απ’ το θυμιατό, έβγαινε μια απίστευτη ευωδία.
Την ίδια στιγμή, ο Θράσος μελετούσε στο σπίτι του ένα νέο επιστημονικό σύγγραμμα. Δίπλα του στο μικρό τραπεζάκι ήταν το καντήλι που η μητέρα του είχε ετοιμάσει, για να το ανάψει όταν θα επέστρεφε απ’ την εκκλησία.

Ο Θράσος δεν πίστευε στα μάτια του. Η επιστήμη του δεν μπορούσε να του δώσει απάντηση στο τι έγινε, πως, γιατί… Κοίταξε απ’ το παράθυρο ψηλά προς το λόφο και είδε το εκκλησάκι να είναι μέσα στον ήλιο και να ακτινοβολεί περισσότερο απ’ αυτόν. Τρέχοντας πήγε μέχρι εκεί. Και στην είσοδο τον περίμενε ο γεράκος. «Καλωσήρθες, Θρασύβουλε -του είπε- σε περίμενα».


«Ακόμη και στο ίδιο κερί, αν το σβήσεις και το ανάψεις ξανά, η φλόγα θα νομίζεις ότι είναι η ίδια. Όμως δεν είναι. Για να ανάψεις την καινούρια φλόγα, πρέπει να σβήσεις πρώτα την παλιά. Κι εσύ Θράσο, για να γίνεις καινούριος άνθρωπος, πρέπει να σβήσεις τον παλιό σου εαυτό.»
«Ο Χριστός ήρθε και με το φως της Ανάστασής Του ανέτειλε έναν καινούριο κόσμο. Πάρε αυτό το κερί και με τα εφόδια της επιστήμης σου, κάνε αυτόν τον καινούριο κόσμο ακόμη πιο φωτεινό. Το μόνο κερί που ποτέ δεν θα σβήσει είναι η Αλήθεια και η Αγάπη του Χριστού μας».
Από εκείνη την ημέρα τα καντηλάκια σε όλα τα σπίτια του χωριού δεν έσβησαν ποτέ. Και ο Θράσος, με τη χάρη του Θεού και την ευλογία του Αγίου, έγινε σπουδαίος γιατρός, διάσημος σε όλο τον κόσμο. Τώρα, όμως, πάνω απ’ την επιστήμη, έβαζε τον Θεό.
Στις δύσκολες επεμβάσεις που έκανε, πάντα προσεύχονταν πριν ξεκινήσει και πάντα έλεγε ότι ο ασθενής σώθηκε με τη βοήθεια του Θεού. Και στα συνέδρια που τον καλούσαν να μιλήσει σε όλο τον κόσμο, έλεγε πάντα «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς…και η μόνη Αλήθεια είναι ο Σωτήρας Χριστός».





