Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο ευλογημένο ανάμεσα σε δύο βουνά, βρισκόταν ένα μικρό χωριό που το έλεγαν Φωτεινό. Οι άνθρωποί του ήταν εργατικοί, αγαπημένοι και βαθιά πιστοί. Στο κέντρο του χωριού υψωνόταν ένας παλιός πέτρινος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, με ένα μεγάλο καντήλι να καίει αδιάκοπα μπροστά στην εικόνα του Ιησού Χριστού.

Οι παλαιότεροι έλεγαν πως όσο το καντήλι αυτό έμενε αναμμένο, το χωριό θα διατηρούσε την ειρήνη του. Και πράγματι, οι κάτοικοι ζούσαν μονιασμένοι. Αν κάποιος είχε ανάγκη, όλοι έσπευδαν να βοηθήσουν. Αν μια οικογένεια περνούσε δύσκολες ώρες, κανείς δεν έμενε μόνος.
Στον ναό υπηρετούσε ο παπα-Θεόκλητος, ένας ιερέας με ήρεμο βλέμμα και λόγο γλυκό. Δεν μιλούσε πολύ, αλλά όποτε κάποιος τον ρωτούσε γιατί το χωριό ήταν τόσο αγαπημένο, εκείνος απαντούσε:
«Δεν είναι το καντήλι που κρατά το χωριό ενωμένο. Είναι η φλόγα που ανάβει ο Χριστός μέσα στις καρδιές σας».
Και συχνά διάβαζε τα λόγια του Κυρίου: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου».

Τα χρόνια περνούσαν, ώσπου ένα βαρύ χειμωνιάτικο βράδυ ο παπα-Θεόκλητος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό.
Όλο το χωριό βυθίστηκε στο πένθος. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι άνδρες στέκονταν σιωπηλοί, τα παιδιά κρατούσαν λουλούδια στα χέρια. Για σαράντα ημέρες το καντήλι έκαιγε περισσότερο από ποτέ, σαν να ήθελε να θυμίζει πως το φως του Θεού δεν σβήνει.

Λίγο αργότερα έφθασε ο νέος ιερέας, ο παπα-Γαβριήλ. Ήταν νέος στην ηλικία, μορφωμένος και καλοσυνάτος. Μα οι κάτοικοι τον κοιτούσαν με επιφύλαξη.
«Καλός φαίνεται», έλεγαν μεταξύ τους, «αλλά άλλος σαν τον παπα-Θεόκλητο δεν θα υπάρξει».
Στην αρχή πήγαιναν στην εκκλησία από συνήθεια. Έπειτα, όλο και λιγότεροι εμφανίζονταν.
«Δεν νιώθω το ίδιο», είπε μια Κυριακή η κυρά-Δέσπω.
«Ο παπα-Θεόκλητος μας ήξερε από παιδιά», πρόσθεσε ο μπάρμπα-Λάμπρος.
«Θα ανάψω ένα κερί στο σπίτι. Είναι το ίδιο», είπε ένας νεότερος.
Ο παπα-Γαβριήλ δεν θύμωνε. Με πραότητα επαναλάμβανε τα λόγια του Κυρίου: «Ὅπου εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν».
Μα οι χωρικοί έγνεφαν καταφατικά και συνέχιζαν να μένουν στα σπίτια τους.

Σιγά σιγά, άλλαξε και το χωριό.
Οι καλημέρες λιγόστεψαν. Οι παρεξηγήσεις πλήθυναν. Δύο αδέλφια μάλωσαν για ένα χωράφι. Γείτονες σταμάτησαν να μιλούν μεταξύ τους. Τα παιδιά άρχισαν να κοροϊδεύουν το ένα το άλλο.
Και ένα πρωινό, για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, το μεγάλο καντήλι του ναού βρέθηκε σβηστό.
«Κακό σημάδι», ψιθύρισαν οι γέροντες.

Ο παπα-Γαβριήλ το άναψε ξανά, αλλά η φλόγα τρεμόπαιζε αδύναμη.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος. Κι έφτασε η ημέρα του ετήσιου μνημοσύνου του παπα-Θεόκλητου.
Όλοι συγκεντρώθηκαν στον ναό. Το καντήλι έκαιγε ασθενικά. Ο παπα-Γαβριήλ στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και άρχισε να ψάλλει.
Ξαφνικά φύσηξε δυνατός άνεμος. Οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους και η φλόγα του καντηλιού έσβησε.
Σκοτάδι απλώθηκε στον ναό.
Οι άνθρωποι πάγωσαν.

Και τότε, μέσα στη σιωπή, ακούστηκε καθαρά μια γνώριμη φωνή.
«Γιατί φοβάστε;».
Ήταν η φωνή του παπα-Θεόκλητου.
«Δεν σας έμαθα να αγαπάτε εμένα. Σας έμαθα να αγαπάτε τον Χριστό».
Λίγοι άρχισαν να δακρύζουν.

Η φωνή συνέχισε:
«Θυμηθείτε τι είπε ο Κύριος στη Παραβολή του Ασώτου Υιού: “ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.” Και εσείς ήσασταν χαμένοι, γιατί μείνατε μακριά από το σπίτι του Πατέρα».
Τότε το καντήλι άναψε μόνο του. Το φως γέμισε τον ναό, πιο λαμπρό από κάθε άλλη φορά.

Όταν οι άνθρωποι κοίταξαν ξανά, μπροστά τους στεκόταν μόνο ο παπα-Γαβριήλ, γονατιστός και συγκλονισμένος.
«Δεν είπα τίποτε», ψιθύρισε.
Ο πρόεδρος του χωριού πλησίασε πρώτος.
«Συγχώρεσέ μας, πάτερ», είπε με δάκρυα.
Και ο παπα-Γαβριήλ διάβασε από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο:
«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ».

Από εκείνη την ημέρα ο ναός γέμισε ξανά ζωή.
Τα αδέλφια συμφιλιώθηκαν. Οι γείτονες αντάλλαξαν συγγνώμη. Τα παιδιά έμαθαν να μοιράζονται. Οι Κυριακές έγιναν πάλι ημέρες χαράς.
Και το καντήλι δεν έσβησε ποτέ ξανά.
Οι περαστικοί που έφταναν στο Φωτεινό θαύμαζαν τη γαλήνη των ανθρώπων του και ρωτούσαν ποιο ήταν το μυστικό τους.
Και οι κάτοικοι απαντούσαν:
«Το φως δεν βρίσκεται στο καντήλι ούτε στον άνθρωπο που το ανάβει. Το φως είναι ο Χριστός».

Και όλοι πια είχαν μάθει ότι στη ζωή αγαπούμε ανθρώπους που μας οδηγούν κοντά στον Θεό, όμως οι άνθρωποι παρέρχονται, ενώ η χάρη του Θεού μένει αιώνια.
Όποιος προσκολλάται μόνο στα πρόσωπα κινδυνεύει να χάσει την πηγή της ζωής. Όποιος ακολουθεί τον Χριστό δεν μένει ποτέ στο σκοτάδι.
Γιατί οι καλοί ποιμένες δεν ζητούν να κρατήσουν τις καρδιές των ανθρώπων για τον εαυτό τους. Τις παραδίδουν στον μόνο αληθινό Ποιμένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό.
-ΤΕΛΟΣ-



