Το χάος ξυπνά με ένα κουτάλι ζάχαρη στο μάτι,
οι δρόμοι λιώνουν σαν ρολόγια από ψίχουλα,
κι εγώ μαθαίνω να περπατώ ανάποδα.
Ο έρωτας κρεμιέται απ’ το ταβάνι σαν λάμπα χωρίς φως,
φωτίζει όμως τα κόκαλα της σιωπής,
και καίει χωρίς να φαίνεται η φλόγα.
Στην τσέπη μου κουβαλώ ένα μικρό σύμπαν,
στροβιλίζεται όταν σε σκέφτομαι,
και χύνεται στο πάτωμα σαν μελάνι.
Το χάος γελά με στόμα γεμάτο καθρέφτες,
κάθε αντανάκλαση κι ένα λάθος,
κάθε λάθος κι ένας δρόμος προς εσένα.
Ο έρωτας είναι ζώο αόρατο,
δαγκώνει απαλά το χρόνο,
και ο χρόνος μαθαίνει να αιμορραγεί.
Βρέχει λέξεις από τον ουρανό της καθημερινότητας,
τις μαζεύουμε σε σπασμένα ποτήρια,
και πίνουμε μέλλον χωρίς οδηγίες.
Το χάος σπέρνει αστέρια σε άδειες πολυκατοικίες,
εκεί φυτρώνουν οι φόβοι μας,
με θέα στο άγνωστο.
Ο έρωτας περπατά ξυπόλυτος πάνω σε καλώδια,
στέλνει σήματα που κανείς δεν αποκωδικοποιεί,
εκτός απ’ την καρδιά.
Χανόμαστε σκόπιμα μέσα στη ζωή,
σαν σκίτσα που ξέχασαν το χαρτί τους,
και όμως επιμένουν να υπάρχουν.
Κι ανάμεσα στο χάος και τον έρωτα,
μαθαίνουμε να ζούμε χωρίς ισορροπία,
σαν όνειρα που αρνήθηκαν να ξυπνήσουν.



