Στης άνοιξης το πρώτο φως, πετούν με τα φτερά,
σε χρώματα ντυμένες, σαν όνειρα ξανά,
στου κόσμου τον γλυκασμό σκορπούν σιωπηλές στιγμές,
σαν άγγελοι που ψιθυρούν ξεχασμένες ψυχές.
Πάνω απ’ το βουνό γλιστρούν, στο φως του πρωινού,
κι αγγίζουν το ποτάμι με χάρη ουρανού,
στις πέτρες ξαποσταίνουν, σ’ ανάλαφρες σκιές,
και κουβαλούν στις σκέψεις τους του κόσμου τις σιωπές.
Αργά χορεύουν στον αέρα, σαν μυστικό τραγούδι,
με της δροσιάς το άγγιγμα, λεπτό σαν αγγελούδι,
κι ο ήλιος τις χαϊδεύει με φλόγες απαλές,
ζεσταίνοντας τις μνήμες και τις παλιές πληγές.
Σε κάθε πέταγμά τους ζει μια ιστορία μικρή,
που γράφεται στο φως, στη γη και στην ψυχή,
σαν άυλες υποσχέσεις που δεν ζητούν φωνή,
μα ανθίζουν σιωπηλά σε κάθε μας πνοή.
Κι όταν χαθούν στο δείλι, σαν όνειρα χλωμά,
μένει η ομορφιά τους βαθιά να μας κρατά,
πως μέσα στις στιγμές, στις πιο απλές ζωές,
κρύβονται πάντα φτερουγιστές, αιώνιες ψυχές.



