Στο φαρμακείο, τα χάπια σαν χιόνι
πέφτουν σε σιωπηλά συρτάρια νύχτας,
κι εγώ μετράω ανάσες σε κέρματα,
να πληρώσω μια μέρα που τρέμει.
Στον πάγκο, το ποτήρι με το νερό
είναι μικρή λίμνη γεμάτη ειδήσεις.
Kάθε ειδοποίηση, ένα κουνούπι φωτός,
που τσιμπάει τον ύπνο μου στα βλέφαρα.
Οι δρόμοι έχουν σχήμα ρολογιού
και δείχνουν πάντα «δεν προλαβαίνεις».
Σπίτια-κουτιά στοιβάζουν σιωπές,
κι ένας ανελκυστήρας ανεβάζει μοναξιά.
Η οικογένεια, παλιό τραπέζι,
έμεινε με τέσσερις άδειες καρέκλες.
Πάνω τους κάθονται φωνές πεθαμένες
και πλέκουν κουβέρτες από «αν».
Στο κινητό μου, ο κόσμος γλιστρά
σαν ψάρι που δεν πιάνεται ποτέ.
Κοιτάζω καθρέφτες από πρόσωπα,
και δεν βρίσκω το δικό μου βάρος.
Μια συνταγή τσακίζει το φως
σε άσπρες λωρίδες καθησυχασμού,
κι ο γιατρός, σαν ρολόι με ανθρώπινη φωνή,
μου δίνει πέντε λεπτά για να υπάρξω.
Τότε, από τον ουρανό του δωματίου
κατεβαίνει μια Άμπελος αθόρυβα.
Και λέει χωρίς στόμα: «Μείνε»,
σαν να μιλά σε κλήμα που διψά.
Στο Ευαγγέλιο, τα γράμματα γίνονται ψίχουλα
και ταΐζουν το φόβο μέχρι να κοιμηθεί.
«Δεῦτε πρός με», ψιθυρίζει η πόρτα,
κι ανοίγει μόνη της προς τα μέσα.
Η προσευχή είναι ράμμα αόρατο:
δένει το στήθος που ξηλώνεται.
Κι η μέριμνα, ένα πουλί χωρίς ουρανό,
μαθαίνει να κάθεται στο χέρι.
Κι όταν η πόλη βουίζει σαν μελίσσι,
εγώ βρίσκω ανάπαυση σε μια λέξη
Όχι γιατί έφυγε ο πόνος,
μα γιατί δεν είμαι μόνος μέσα του.



