Η ανθρώπινη ύπαρξη φανερώνεται ως πορεία μέσα στον χρόνο και ο χρόνος βιώνεται πάντοτε ως διαδοχή στιγμών που ζητούν απάντηση. Σε κάθε στιγμή ο άνθρωπος καλείται να λάβει θέση απέναντι στον εαυτό του, στον κόσμο και στον Θεό.
Η απόφαση, η κάθε απόφαση, δεν είναι απλώς μια λειτουργία της βούλησης ούτε ένα εργαλείο πρακτικής οργάνωσης της ζωής. Είναι μια πράξη οντολογική, διότι μέσα από αυτήν ο άνθρωπος γίνεται αυτό που επιλέγει. Είναι μια μικρή δημιουργία, ένα γεγονός στο οποίο η ελευθερία μορφοποιεί το είναι.
Και αυτή ακριβώς η ελευθερία είναι η βάση όπου εδράζεται η κάθε απόφαση. Μικρή και μεγάλη. Βέβαια, δεν γνωρίζω και δεν είμαι σε θέση να πω αν οι αποφάσεις μας αντανακλώνται στο σύμπαν, όπως έχει ειπωθεί, μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω ότι αυτές είναι που μας καθορίζουν. Προσωπικά δεν πιστεύω στην τύχη. Ούτε και στις συμπτώσεις. Θεωρώ πως όλα είναι θέμα αποφάσεων. Ακόμη κι αν εσύ ανήκεις σε εκείνους τους «τυχερούς» που κέρδισαν το λαχείο, θα πρέπει να ξέρεις ότι την «τύχη» σου την είχε προηγουμένως καθορίσει η απόφασή σου να αγοράσεις το λαχνό. Να ανταποκριθείς στο κάλεσμα του λαχειοπώλη ή, ακόμη περισσότερο, στο εσωτερικό κάλεσμα που σε παρακίνησε να κάνεις την επιλογή της αγοράς του λαχείου.
Όλα, λοιπόν, έχουν τη σύνδεση αιτίας και αιτιατού. Και όλα είναι θέμα επιλογών και αποφάσεων. Δεν ήταν τύχη ή σύμπτωση που συνάντησες κάποια στιγμή, ίσως εκεί που δεν το φανταζόσουν καν, τον/την σύντροφό σου. Προηγουμένως είχες αποφασίσει να βρεθείς τη συγκεκριμένη ώρα στο συγκεκριμένο σημείο και είχες από καιρό προετοιμάσει τον εαυτό σου ώστε να είσαι δεκτικός σε μια τέτοια «τυχαία» συνάντηση.
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να δώσω άλλα παραδείγματα. Οι αποφάσεις μας, οι επιλογές μας διαμορφώνουν τα πάντα γύρω μας. Και, φυσικά, εμάς τους ίδιους.
Η φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη εποχή αναγνώρισε την τραγικότητα της επιλογής. Ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σε δυνατότητες, χωρίς να μπορεί να τις πραγματοποιήσει όλες. Η απόφαση συνεπάγεται απώλεια, διότι κάθε «ναι» κρύβει ένα «όχι». Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αδυναμία της καθολικής πραγμάτωσης είναι που χαρίζει στην απόφαση το βάρος της. Αν ο άνθρωπος μπορούσε να ζήσει όλες τις εκδοχές της ζωής του, δεν θα υπήρχε ούτε ευθύνη ούτε πρόσωπο. Η απόφαση γίνεται έτσι ο τόπος όπου η ύπαρξη αποκτά ενότητα και κατεύθυνση.
Η θεολογική προοπτική προχωρεί βαθύτερα. Δεν βλέπει την απόφαση μόνο ως τραγική αναγκαιότητα, αλλά ως μυστήριο σχέσης. Ο άνθρωπος δεν αποφασίζει μόνος, μέσα σε ένα αδιάφορο σύμπαν. Αποφασίζει ενώπιον ενός Θεού που τον καλεί. Η Αγία Γραφή παρουσιάζει την ιστορία της σωτηρίας ως αδιάκοπη πρόσκληση και απάντηση. Από την κλήση του Αβραάμ μέχρι την πρόσκληση των μαθητών, η ζωή της πίστης είναι μια αλυσίδα αποφάσεων. Ο Θεός δεν επιβάλλεται. Προτείνει. Και ο άνθρωπος δεν υποτάσσεται μηχανικά. Ανταποκρίνεται ελεύθερα.
Η ευαγγελική φράση «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν» φανερώνει το βάθος αυτής της ελευθερίας. Το θέλημα του ανθρώπου ενεργοποιείται. Η απόφαση να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό δεν είναι απλώς ηθική επιλογή ούτε κοινωνική ταυτότητα. Είναι μετατόπιση του κέντρου της ύπαρξης. Ο άνθρωπος παύει να ζει για τη διατήρηση του εγώ και αρχίζει να ζει για τη σχέση. Η άρση του σταυρού, που ακολουθεί στην ίδια περικοπή, φανερώνει συνέπεια της αγάπης. Η απόφαση της αγάπης φέρει πάντοτε κόστος, διότι αποκαλύπτει την περατότητα του κόσμου και την ανεπάρκεια της αυτάρκειας.
Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η ένταση ανάμεσα στον φόβο και στο θάρρος. Ο φόβος είναι η εμπειρία της απειλής, η συνείδηση ότι η ύπαρξη είναι εύθραυστη. Το θάρρος, είναι η ελεύθερη υπέρβασή της και όχι η απουσία αυτής της εμπειρίας. Η σκηνή της Γεθσημανή φανερώνει ότι ακόμη και η τελειότητα της αγάπης δεν αναιρεί την ανθρώπινη αγωνία: «Πάτερ μου… πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ». Εδώ η απόφαση αποκτά κοσμική διάσταση. Η συγκατάθεση του Χριστού στο θέλημα του Πατρός μαρτυρά δημιουργική ελευθερία και όχι απλή υπακοή. Είναι η πράξη με την οποία η ανθρώπινη φύση εισέρχεται οριστικά στο μυστήριο της θείας ζωής.
Η απόφαση συνδέεται επίσης με την έννοια της πράξης. Η σκέψη μπορεί να συλλαμβάνει δυνατότητες, αλλά μόνο η πράξη τις καθιστά πραγματικότητα. Η παραβολή των δύο υιών φανερώνει ότι η αλήθεια της απόφασης κρίνεται στο πεδίο της ιστορίας. Η μετάνοια του πρώτου υιού είναι πιο ουσιαστική από την ευσεβή υπόσχεση του δεύτερου. Εδώ αναδύεται μια βαθιά θεολογική αρχή: η χάρη δεν ενεργεί μαγικά, αλλά συνεργεί με την ανθρώπινη ελευθερία. Η απόφαση γίνεται έτσι συνεργία θείας κλήσης και ανθρώπινης ανταπόκρισης.
Η φιλοσοφική εμπειρία της αμφιβολίας αποκτά νέο νόημα μέσα σε αυτή την προοπτική. Ο άνθρωπος συχνά επιθυμεί να αποφασίσει μόνο όταν έχει πλήρη βεβαιότητα. Όμως η ζωή δεν προσφέρει τέτοια ασφάλεια. Η απόφαση λαμβάνεται πάντοτε μέσα σε ένα πεδίο αβεβαιότητας. Η πίστη, κατά την ευαγγελική έννοια, δεν είναι διανοητική κατοχή της αλήθειας, αλλά εμπιστοσύνη που προηγείται της γνώσης. Ο Πέτρος βαδίζει πάνω στα νερά όχι επειδή κατέχει αποδείξεις, αλλά επειδή τολμά να απαντήσει στο κάλεσμα. Η απόφαση γίνεται έτσι άλμα ύπαρξης, πέρασμα από το ορατό στο αόρατο.
Ωστόσο, η απόφαση ξεπερνά το όποιο στιγμιαίο γεγονός που ολοκληρώνεται σε μια πράξη. Είναι τρόπος ζωής. Ο άνθρωπος καλείται να ανανεώνει διαρκώς την επιλογή του. Η παραβολή του ασώτου υιού αποκαλύπτει ότι η επιστροφή, πέρα από ηθική μεταστροφή, γίνεται υπαρξιακή αφύπνιση. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Η φράση αυτή σηματοδοτεί τη στιγμή όπου η ελευθερία αναγνωρίζει την πηγή της. Η απόφαση της επιστροφής είναι ταυτόχρονα αναγνώριση της αλήθειας και αποδοχή της αγάπης. Εδώ η τραγικότητα της επιλογής μεταμορφώνεται σε χαρά κοινωνίας.

Η δυσκολία της απόφασης εντείνεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος ζει μέσα σε αντιφάσεις. Επιθυμεί το άπειρο, αλλά κινείται μέσα στο πεπερασμένο. Η ευαγγελική ρήση «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» υπογραμμίζει την ανάγκη της ενότητας. Η απόφαση είναι επιλογή προσανατολισμού της καρδιάς. Ο διχασμένος άνθρωπος παραμένει ανήσυχος, διότι η ύπαρξή του στερείται κέντρου. Αντίθετα, η σταθερή απόφαση δημιουργεί εσωτερική ειρήνη, ακόμη και όταν συνοδεύεται από εξωτερικές δυσκολίες.
Σημαντική είναι και η εκκλησιολογική διάσταση της απόφασης. Οι πρώτοι μαθητές, όταν «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ», πραγματοποίησαν μια ατομική επιλογή. Ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησαν έναν νέο τρόπο ύπαρξης: την κοινότητα της πίστης. Η απόφαση αποκτά έτσι μαρτυρικό χαρακτήρα, που δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική σωτηρία, αλλά με την οικοδόμηση σχέσεων. Μέσα στην Εκκλησία η ελευθερία κοινωνεί. Η απόφαση γίνεται λειτουργία, δηλαδή κοινή πράξη που μεταμορφώνει τον χρόνο σε προσδοκία Βασιλείας.
Από φιλοσοφική άποψη, μπορούμε να πούμε ότι η απόφαση είναι η γέφυρα ανάμεσα στο δυνατό και στο πραγματικό. Χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος θα παρέμενε σε μια κατάσταση ατέρμονης δυνατότητας, χωρίς ιστορία και χωρίς πρόσωπο. Με αυτήν, η ζωή αποκτά μορφή και νόημα. Από θεολογική άποψη, η απόφαση είναι απάντηση σε ένα κάλεσμα που προηγείται. Ο άνθρωπος δεν δημιουργεί μόνος του το νόημα, αλλά το ανακαλύπτει μέσα στη σχέση. Έτσι, η ελευθερία ξεπερνά την αυθαίρετη αυτονομία και γίνεται δυνατότητα κοινωνίας.
Η τελική διάσταση της απόφασης είναι εσχατολογική. Κάθε ανθρώπινη επιλογή έχει αντίκτυπο πέρα από τα όρια του παρόντος. Η ζωή δεν είναι κλειστό σύστημα, αλλά πορεία προς τη Βασιλεία του Θεού. Κάθε απόφαση μπορεί να γίνει ένα μικρό Πάσχα, ένα πέρασμα από τον φόβο στην εμπιστοσύνη, από τον εγωισμό στην αγάπη, από τη φθορά στη ζωή. Ο άνθρωπος, αποφασίζοντας, συμμετέχει ήδη στην αιωνιότητα.
Έτσι, η απόφαση αποκαλύπτεται ως το κατεξοχήν σημείο όπου συναντώνται η φιλοσοφία και η θεολογία, ο στοχασμός και η πίστη, η αγωνία και η ελπίδα. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός της ιστορίας του και ταυτόχρονα μαθητής της χάρης. Και μέσα σε αυτή τη διπλή κίνηση, ανακαλύπτει ότι η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην αποφυγή των επιλογών, αλλά στην ταπεινή και γενναία αποδοχή τους, με τη βεβαιότητα ότι κάθε αυθεντική απόφαση ανοίγει έναν δρόμο προς την πληρότητα της ζωής.



