Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή πολιτεία, τα σπίτια υψώνονταν σαν πύργοι από γυαλί και οι άνθρωποι μετρούσαν την αξία τους με αριθμούς. Εκεί ζούσε ένας νέος που τον έλεγαν Διονύσιο. Κανείς δεν ήξερε πώς τα κατάφερε τόσο γρήγορα, μα όλοι έλεγαν πως ήταν «αυτοδημιούργητος». Πριν προλάβει να ασπρίσει η πρώτη του τρίχα, είχε ήδη κατακτήσει χρήματα, δόξα και εξουσία.

Οι αίθουσες γέμιζαν όταν μιλούσε. Οι συμφωνίες υπέγραφαν μόνες τους, λες και το μελάνι φοβόταν να αντισταθεί. Κι οι άνθρωποι, σαν να είχαν μπροστά τους εικόνα αγίου της επιτυχίας, τον κοιτούσαν με θαυμασμό που ακουμπούσε στα όρια της λατρείας.
Κι όμως, όταν έπεφτε η νύχτα και οι φωνές έσβηναν, ο Διονύσιος έμενε μόνος μ’ ένα κενό που τον έτρωγε. Το κενό είχε βάρος, όχι σαν πέτρα, μα σαν ατέλειωτη σιωπή. Κάποτε προσπάθησε να το γεμίσει με νέα σχέδια, με ταξίδια, με χειροκροτήματα. Μα η σιωπή μεγάλωνε.
Μια νύχτα, καθώς κοιτούσε την πόλη από το ψηλό του γραφείο, θυμήθηκε έναν λόγο που είχε ακούσει παιδί στην εκκλησία: «Τί γαρ ωφελείται άνθρωπος, εάν κερδήση τον κόσμον όλον…;». Δεν θυμόταν όλη τη φράση, μα του αρκούσε το νόημά της. Έτσι, χωρίς να πει σε κανέναν το γιατί, αποφάσισε να αφήσει τα πάντα πίσω του. Όχι από αδυναμία, μα από δίψα να βρει τι είναι εκείνο που δεν αγοράζεται.

Πήγε σε χώρα μακρινή, τόσο μακρινή που οι δρόμοι της δεν ήξεραν το όνομά του. Νοίκιασε ένα μικρό δωμάτιο, κι έπιασε δουλειά ως μαθητευόμενος τεχνίτης σ’ ένα ξυλουργείο. Ο μάστορας ήταν άνθρωπος απλός, με χέρια ροζιασμένα και βλέμμα καθαρό. Εκεί ο Διονύσιος ένιωσε πρώτη φορά τη χαρά του κόπου: το ξύλο που αντιστέκεται, το πριόνι που τραγουδά, η μυρωδιά της ρητίνης που θυμίζει προσευχή χωρίς λόγια.
Γρήγορα έμαθε. Και όπως ήταν δραστήριος, έκανε το ξυλουργείο σπουδαίο κέντρο ξυλογλυπτικής. Έφτιαχναν σταυρούς λεπτοδουλεμένους, σκαλιστά εικονοστάσια, περίτεχνα έπιπλα. Πλούσιοι πελάτες παράγγελναν από μακριά. Το μικρό εργαστήρι έγινε αυτοκρατορία, άλλη μια φορά.
Και πάλι, όταν έφτασε στην κορυφή, τον βρήκε το ίδιο κενό. Σαν να ήταν σκιά που δεν την ξεγελάς με λάμψη. Μια μέρα, την ώρα που χάραζε ένα σχέδιο πάνω σε ξύλο καρυδιάς, ο μάστορας τον ρώτησε:
—Γιατί δουλεύεις τόσο, παιδί μου;
Ο Διονύσιος άνοιξε το στόμα, μα δεν βρήκε απάντηση. Θυμήθηκε τότε έναν άλλον λόγο: «Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης…». Κι ένιωσε πως κάθε τι που χτίζει χωρίς νόημα, γίνεται θησαυρός που σκουριάζει πριν προλάβει να τον χαρεί.

Έφυγε ξανά. Αυτή τη φορά διάλεξε άλλο τόπο, ένα χωριουδάκι κρυμμένο ανάμεσα σε χαμηλά βουνά και νερά που κυλούσαν αργά. Με λίγα χρήματα αγόρασε ένα μικρό χωράφι και λίγα πρόβατα. Έγινε φτωχός γεωργός και κτηνοτρόφος. Σήκωνε νερό με κουβάδες, έσκαβε με τα χέρια, κοιμόταν νωρίς, ξυπνούσε πριν χαράξει.
Και πάλι, ευλογήθηκαν οι κόποι του. Τα πρόβατα πολλαπλασιάστηκαν. Το γάλα έγινε τυρί που μοσχοβολούσε και θύμιζε σε όλους «γη και ουρανό μαζί». Το χωράφι έγινε περιβόλι. Ο κόσμος μιλούσε για εκείνον, κι οι έμποροι έρχονταν από μακριά. Το μικρό εργαστήριο γαλακτοκομικών έγινε διάσημο. Προϊόντα πήγαιναν σε άλλες χώρες. Η «αυτοκρατορία» είχε επιστρέψει. Μαζί της και το κενό.

Ένα βράδυ, καθισμένος στην άκρη του χωραφιού, είδε ένα παιδί από το χωριό να περνά κλαίγοντας. Ήταν ορφανό και πεινούσε. Ο Διονύσιος του έδωσε ψωμί και τυρί. Το παιδί έφαγε σαν να προσευχόταν. Τότε, σαν αστραπή μέσα του, άκουσε έναν λόγο: «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής». Και κατάλαβε κάτι που δεν του ‘χε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό: πως το ψωμί δεν είναι μόνο για το στομάχι, αλλά και για την καρδιά. Κι ότι η καρδιά χορτάσει, ξέρεις πια πως το πραγματικό νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στο να έχεις, αλλά στο να δίνεις.

Την ίδια νύχτα είδε όνειρο. Δεν ήταν όνειρο με εικόνες θολές, αλλά με φως που ξυπνά. Βρέθηκε σε τόπο άγνωστο, όπου ο ουρανός ήταν καθαρός σαν νερό και η γη έμοιαζε να ανασαίνει. Κι εκεί στεκόταν ο Χριστός. Όχι ως αυστηρός κριτής, αλλά ως ο «Ποιμήν ο καλός», με βλέμμα που δεν κατηγορεί, μόνο καλεί.
Ο Χριστός του είπε με φωνή που ήταν ταυτόχρονα άνεμος και παρηγοριά:
—Διονύσιε, πολλές φορές έχτισες πύργους για να υψώσεις το όνομά σου. Τώρα έλα να γίνεις χτίστης αλλιώτικος. Όχι από πέτρα και χρυσάφι, μα από έλεος. Θέλω να οικοδομήσεις αυτοπεποίθηση στις ψυχές και έργα για όσους πραγματικά έχουν ανάγκη. Να μάθεις πως «όστις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων διάκονος».

Ο Διονύσιος προσπάθησε να μιλήσει, μα το στόμα του ήταν γεμάτο δάκρυα. Και τότε ο Χριστός πρόσθεσε:
—Μείνε εν εμοί, και εγώ εν σοί . Ό,τι έκανες μόνος σου, έγινε βάρος. Ό,τι θα κάνεις μαζί Μου, θα γίνει καρπός.
Ξύπνησε με καρδιά που έκαιγε. Όχι όπως καίγεται η φιλοδοξία, αλλά όπως καίγεται το θυμίαμα: ανεβαίνει προς τα πάνω και ευωδιάζει.
Δεν έφυγε αυτή τη φορά για να αποδείξει κάτι. Έφυγε για να υπηρετήσει.
Πήγε πρώτα σ’ έναν τόπο όπου οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε παράγκες, κι όμως χαμογελούσαν με χαμόγελο που έκρυβε πόνο. Εκεί δεν έδειξε τα πλούτη του, έδειξε τα χέρια του. Έχτισε μικρά σπίτια, σχολεία, εργαστήρια. Μα το σημαντικότερο ήταν άλλο: κάθισε δίπλα σε όσους είχαν χάσει την ελπίδα και τους άκουσε. Κι όταν τους άκουγε, τους έβλεπε σαν πρόσωπα μοναδικά, όχι σαν «περίπτωση». Θυμόταν τον λόγο: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Σε άλλη ιεραποστολή βρέθηκε σε τόπο ξεραμένο. Εκεί οι άνθρωποι πολεμούσαν για νερό. Ο Διονύσιος έφερε τεχνίτες, άνοιξε πηγάδια, έστησε δεξαμενές. Μα κάθε φορά που άκουγε το νερό να τρέχει, θυμόταν πως υπάρχει κι άλλο νερό: «ύδωρ ζων». Γι’ αυτό μαζί με τις σωληνώσεις έστησε και μια μικρή εκκλησιά από ξύλο, όχι για να εντυπωσιάζει, αλλά για να θυμίζει πως η δίψα του ανθρώπου είναι βαθύτερη από τη γη.

Κάποτε, σ’ ένα νοσοκομείο φτωχών, είδε μια γυναίκα που κρατούσε το χέρι του άρρωστου παιδιού της και ψιθύριζε προσευχές. Ο Διονύσιος έσκυψε, έπλυνε τα πόδια ενός ηλικιωμένου που δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κι ένιωσε πως η καρδιά του, που τόσο καιρό ήταν σαν κλειστό δωμάτιο, άνοιγε. Θυμήθηκε πως ο Κύριος «νίπτει τους πόδας» των μαθητών και πως η εξουσία στο Ευαγγέλιο δεν είναι θρόνος, αλλά λεκάνη και πετσέτα.
Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για «το θαύμα του Διονυσίου». Μα εκείνος χαμογελούσε ήσυχα. Γιατί καταλάβαινε ότι δεν ήταν θαύμα δικό του. Ήταν θαύμα της αλλαγής: να μεταμορφώνεται η δύναμη σε διακονία, η εξυπνάδα σε σοφία, η επιτυχία σε αγάπη.
Και μια μέρα, καθώς περπατούσε μόνος, ένιωσε να τον πλησιάζει πάλι εκείνη η παλιά σκιά του κενού, μα αυτή τη φορά δεν τον τρόμαξε. Την κοίταξε και είπε ψιθυριστά:
—Δεν είσαι πια αφέντης μου.

Γιατί είχε μάθει το μυστικό που δεν γράφεται σε συμβόλαια ούτε διδάσκεται σε σχολές: πως ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να γεμίζει τον εαυτό του, αλλά να προσφέρεται. Κι ότι η αληθινή αρχή δεν είναι «να ξεκινήσω από το μηδέν», αλλά να ξεκινήσω από την αγάπη.
Έτσι ο Διονύσιος έγινε «χτίστης» αλλιώτικος: έχτιζε όχι αυτοκρατορίες που θα έμεναν πίσω του σαν άδεια παλάτια, αλλά γέφυρες ανάμεσα σε πληγωμένες ψυχές και στον Θεό. Και κάθε φορά που έβλεπε έναν άνθρωπο να σηκώνεται από την απελπισία, ήξερε πως εκεί, σε εκείνο το μικρό σήκωμα, φανερωνόταν η Βασιλεία. Σιωπηλά, όπως φυτρώνει ο σπόρος στο χώμα.
Κι αν κάποιος τον ρωτούσε πια «τι κέρδισες τελικά;», ο Διονύσιος θα απαντούσε χωρίς στόμφο:
—Βρήκα Εκείνον που δεν κατακτιέται. Μόνο αγαπιέται.
Με αυτή την αγάπη έζησε ο Διονύσιος μέχρι το τέλος. Μόνο που αυτό το «τέλος» έμοιαζε περισσότερο με μια νέα αρχή: όπως αυτή με την οποία ξεκινούν τα αληθινά Ευαγγέλια: με πρόσκληση. Ο Διονύσιος αποδέχθηκε την πρόσκληση, σ’ εκείνο το νέο ταξίδι. Και το ταξίδι της καρδιάς δεν είναι προς την κορυφή, είναι προς τον πλησίον. Και μέσα από τον πλησίον, προς τον Χριστό.

– ΤΕΛΟΣ –



