Στον άδειο δρόμο άρχισε ένας σιωπηλός αγώνας
κι ένα παιδί έλαμπε στον ουρανό σαν άστρο λησμονημένο.
Μια ιδέα περπατούσε ξυπόλητη πάνω σε σύννεφα πιπεριού,
κι ο άνεμος τη μύριζε σαν μυστική προσφορά.
Σ’ έναν παλιό ναό από χάρτινες αναμνήσεις,
ένα καντήλι έκαιγε δάκρυα και τραγουδούσε.
Η προσευχή ανέβαινε μυστικά σαν καπνός,
ψάχνοντας το άγνωστο πίσω απ’ τα βλέφαρα του κόσμου.
Η πίστη στεκόταν στη μέση του δρόμου σαν ήλιος νυχτερινός,
κρατώντας στα χέρια της ένα μπολ με σπόρους σιωπής.
Τους έσπειρε στο χώμα μιας αόρατης άνοιξης,
κι από μέσα φύτρωσε ένας τρεμάμενος ανθός αλήθειας.
Το φως κύλησε σαν μέλι σε σκουριασμένα παράθυρα,
κι ο κόσμος φόρεσε μάσκα από ευγενική σκόνη.
Κάποιος ψιθύρισε «ευγνωμοσύνη» στο νερό της αυγής,
όταν η πλάση άλλαξε πλευρό μέσα στο όνειρο.
Έτσι η θυσία έμεινε μόνη, μα όχι λυπημένη,
σαν ψωμί ζεστό που μοιράστηκε χωρίς όνομα.
Με λίγο αγάπη στη γεύση της αιωνιότητας,
και μια καρδιά που ακόμα λιώνει, όπως το τελευταίο κερί.



